Μπορεί να τη βλέπετε ως ένα διατροφικό trend με πολλά λιπαρά και λίγους υδατάνθρακες, που χρησιμοποιείται κυρίως για απώλεια βάρους. Όμως η κετογονική δίαιτα αξιοποιείται πλέον και απέναντι σε παθήσεις που κυμαίνονται από τη βαριά κατάθλιψη έως τη διπολική διαταραχή και την ανορεξία, με εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Της Caroline Williams
Τον Φεβρουάριο, ο υπουργός Υγείας των ΗΠΑ, Robert F. Kennedy Jr., προχώρησε σε μια χαρακτηριστικά τολμηρή δήλωση. Ένας γιατρός του Harvard University, είπε, «θεράπευσε τη σχιζοφρένεια με κετογονικές δίαιτες».
Αν βρισκόσασταν εκείνη την ημέρα κοντά στο Harvard University, ίσως να ακούγατε τον ήχο της παλάμης αυτού του γιατρού να χτυπά το μέτωπό του. «Για την ακρίβεια, δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, ούτε μία φορά, τη λέξη “θεραπεία” σε καμία από τις εργασίες μου», λέει ο Christopher Palmer, ψυχίατρος στο Harvard Medical School. «Παρόλα αυτά, έχω χρησιμοποιήσει τη λέξη “ύφεση”…»
Η ιδέα ότι μια δίαιτα γνωστή κυρίως ως μόδα για το αδυνάτισμα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρές ψυχικές ασθένειες ίσως μοιάζει με ακόμη μία πρόταση από το άγριο τοπίο της διαδικτυακής ευεξίας. Κάτι που θα κατέληγε στο ίδιο συρτάρι με το ωμό νερό και τους καφέδες με κλύσμα, στις σελίδες των χειρότερων ιδεών.
Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί λόγοι για τους οποίους η χρήση της δίαιτας σε παθήσεις που επηρεάζουν τον εγκέφαλο αξίζει πιο προσεκτική εξέταση. Πρώτον, περισσότερα από 100 χρόνια έρευνας έχουν δείξει ότι οι κετογονικές δίαιτες έχουν πραγματικές, μετρήσιμες επιδράσεις όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο όργανο ανάμεσα στα αυτιά μας. Δεύτερον, πολλές από αυτές τις αλλαγές —άλλες σε κυτταρικό επίπεδο και άλλες σε ολόκληρο το σώμα— είναι γνωστό ότι αποτελούν θεραπευτικούς στόχους στις ψυχικές ασθένειες.
Μια ριζική επανεξέταση του τι κάνει τη διατροφή μας υγιεινή ή επιβλαβή
Με δεδομένα από μικρές δοκιμές και μελέτες περίπτωσης που δείχνουν ότι οι κετογονικές δίαιτες μπορούν να βελτιώσουν θεαματικά τα συμπτώματα σε ορισμένους ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές, όλο και περισσότεροι επιστήμονες αναρωτιούνται αν αυτό που ονομάζεται μεταβολική ψυχιατρική μπορεί να οδηγήσει σε νέες, απαραίτητες θεραπείες για παθήσεις που επηρεάζουν τον εγκέφαλο και τη σύνδεση σώματος και νου.
«Έχουμε σπαταλήσει 30 χρόνια σκεπτόμενοι τη ντοπαμίνη και τη σεροτονίνη ως τους μόνους στόχους για τα ψυχιατρικά φάρμακα», λέει ο Daniel Smith, ψυχίατρος στο University of Edinburgh, στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Αυτό είναι ένα νέο παράδειγμα. Είναι συναρπαστικό.»
Σήμερα, οι κετογονικές δίαιτες συνδέονται κυρίως με την προσπάθεια απώλειας βάρους. Στην πραγματικότητα, όμως, αναπτύχθηκαν πριν από περισσότερο από έναν αιώνα για να αντιμετωπίσουν προβλήματα του εγκεφάλου. Τότε υπήρχαν ελάχιστα φάρμακα για την επιληψία. Κάτι που φαινόταν να λειτουργεί ήταν η νηστεία για αρκετές ημέρες, η οποία μείωνε σημαντικά τις κρίσεις και κάποιες φορές τις σταματούσε εντελώς. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να διατηρηθεί. Αργά ή γρήγορα, οι άνθρωποι έπρεπε να φάνε και, όταν το έκαναν, οι κρίσεις επέστρεφαν.
Οι ερευνητές προσπάθησαν να βρουν λύση και, τη δεκαετία του 1920, ο Russell Wilder, γιατρός και ερευνητής της επιληψίας στην Mayo Clinic στη Μινεσότα, τη βρήκε. Ανέπτυξε μια δίαιτα με πολλά λιπαρά, μέτρια πρωτεΐνη και ελάχιστους υδατάνθρακες, ώστε να μιμείται τη νηστεία, προσφέροντας ταυτόχρονα αρκετή ενέργεια για να μπορεί κάποιος να ζήσει. Τη βάφτισε κετογονική δίαιτα, επειδή σχεδιάστηκε για να πυροδοτεί τη μεταβολική αλλαγή που συμβαίνει όταν το σώμα δεν βρίσκει υδατάνθρακες από την τροφή και έτσι αναγκάζεται να στραφεί στην καύση λιπών, παράγοντας παράλληλα μικρά μόρια που ονομάζονται κετονικά σώματα.
Το μοσχάρι επιστρέφει δυναμικά – χωράει σε μια υγιεινή διατροφή;
Ως είδος που τρέφεται κυρίως με φυτά, οι υδατάνθρακες είναι το βασικό μας καύσιμο. Κατά την πέψη, διασπώνται γρήγορα σε γλυκόζη, η οποία μπορεί να καεί στα κύτταρα για ενέργεια. Η διαδικασία αυτή γίνεται στα μιτοχόνδρια, τα κυτταρικά οργανίδια όπου η τροφή μετατρέπεται σε τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP), το ενεργειακό νόμισμα του οργανισμού. Ό,τι δεν χρησιμοποιείται αμέσως αποθηκεύεται ως γλυκογόνο στο συκώτι και στους μύες, για να αξιοποιηθεί ανάμεσα στα γεύματα. Όταν αυτές οι αποθήκες γεμίσουν, οι επιπλέον θερμίδες αποθηκεύονται ως λίπος.
Αν η τροφή είναι περιορισμένη και οι υδατάνθρακες δεν είναι τόσο εύκολα διαθέσιμοι, το σώμα αντιστρέφει τη διαδικασία. Πρώτα απελευθερώνει το αποθηκευμένο γλυκογόνο, το οποίο μπορεί να μας κρατήσει για έως και μία ημέρα. Όταν κι αυτό τελειώσει, το σώμα αρχίζει να χρησιμοποιεί τα αποθέματα λίπους για ενέργεια.
Μέρος των λιπαρών οξέων που απελευθερώνονται κατευθύνεται στα μιτοχόνδρια για καύση, ενώ άλλο μέρος πηγαίνει στο συκώτι, όπου μετατρέπεται σε κετονικά σώματα. Τα κετονικά σώματα είναι μικρότερα από τα λιπαρά οξέα και, επειδή είναι υδατοδιαλυτά, μεταφέρονται πιο εύκολα στο αίμα εκεί όπου χρειάζονται. Έχουν επίσης το πλεονέκτημα ότι είναι αρκετά μικρά για να περάσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντί για γλυκόζη ως καύσιμο για τον εγκέφαλο.
Η κετογονική δίαιτα είναι πλούσια σε λιπαρά, μέτρια σε πρωτεΐνη και χαμηλή σε υδατάνθρακες, με αποτέλεσμα τρόφιμα όπως τα αυγά, το κρέας, το αβοκάντο και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά να βρίσκονται συνήθως στο επίκεντρο. Addictive Stock/StockFood
Η κετογονική δίαιτα είναι πλούσια σε λιπαρά, μέτρια σε πρωτεΐνη και χαμηλή σε υδατάνθρακες, με αποτέλεσμα τρόφιμα όπως τα αυγά, το κρέας, το αβοκάντο και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά να βρίσκονται συνήθως στο επίκεντρο.
Addictive Stock/StockFood
Πρόκειται για ένα ευρηματικό σύστημα και η εναλλαγή ανάμεσα στα είδη καυσίμου πιθανότατα έπαιζε τακτικά ρόλο για τους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες προγόνους μας. Για τους περισσότερους σύγχρονους ανθρώπους, όμως, οι υδατάνθρακες είναι τόσο εύκολα διαθέσιμοι, ώστε αυτή η μεταβολική αλλαγή συμβαίνει σπάνια ή και καθόλου.
Η ιδέα του Wilder ήταν να σχεδιαστεί μια δίαιτα που θα ενεργοποιεί τη μετάβαση στην καύση λίπους, ενώ θα παρέχει αρκετό λίπος ώστε το σώμα να μην χρειάζεται να διασπάσει τα δικά του αποθέματα. Αν αυτή η κατάσταση της «διατροφικής κέτωσης» λειτουργούσε, θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιο βιώσιμη εναλλακτική της νηστείας.
Το 1921, ο Wilder δημοσίευσε μια μελέτη που έδειχνε ότι αυτό πράγματι λειτουργούσε. Σε τρία άτομα με επιληψία, η κετογονική δίαιτα μείωσε τις κρίσεις εξίσου αποτελεσματικά με τη νηστεία και μπορούσε να διατηρηθεί για μεγαλύτερο διάστημα. Μεταγενέστερη έρευνα τον δικαίωσε και η κετογονική δίαιτα έγινε θεραπεία για την επιληψία. Όταν όμως εμφανίστηκαν νέα αντιεπιληπτικά φάρμακα τη δεκαετία του 1930, η δίαιτα του Wilder έπεσε σε δεύτερη μοίρα και χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε μικρά παιδιά και σε όσους δεν ανταποκρίνονται σε καμία διαθέσιμη φαρμακευτική αγωγή.
Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι λειτούργησε έδειχνε ότι υπάρχει κάτι στο «να μπαίνει κανείς σε κέτωση» που διορθώνει προβλήματα στη λειτουργία του εγκεφάλου. Δεκαετίες έρευνας αργότερα, έχουμε καλύτερη εικόνα για το τι συμβαίνει «κάτω από το καπό» όταν το σώμα μας περνά σε λειτουργία εφεδρικού καυσίμου.
Η σύντομη απάντηση είναι: πολλά πράγματα. Το απλούστερο και πιο προφανές είναι ότι αυτό σημαίνει πολύ λιγότερη ζάχαρη. Αν και η γλυκόζη είναι η βασική πηγή ενέργειας του σώματος, η υπερβολική ποσότητά της είναι γνωστό ότι βλάπτει σοβαρά την υγεία του σώματος και του εγκεφάλου. Η μακροχρόνια υπερκατανάλωση υδατανθράκων συμβάλλει στη φλεγμονή, στην αντίσταση στην ινσουλίνη, στον διαβήτη και στην παχυσαρκία, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι οι δίαιτες με πολλή ζάχαρη συνδέονται πιο συχνά με χαμηλή διάθεση, τόσο σε ανθρώπους με κατάθλιψη όσο και χωρίς.
Είναι λοιπόν πιθανό μέρος των επιδράσεων της κετογονικής δίαιτας να οφείλεται στο ότι μας φέρνει πιο κοντά στη διατροφή που αναμενόταν εξελικτικά από το σώμα μας. «Είμαστε προγραμματισμένοι να μας αρέσει η ζάχαρη, αλλά στη φύση η ζάχαρη δεν ήταν τόσο διαθέσιμη», λέει ο Guido Frank, ψυχίατρος στο University of California, San Diego. «Δεν είναι ότι η ζάχαρη είναι [πάντα] κακή για εμάς, αλλά το ζήτημα είναι η ποσότητα.»
Ένα αποτέλεσμα της μείωσης των υδατανθράκων είναι και η αλλαγή στο μικροβίωμα. Έχει φανεί ότι οι κετογονικές δίαιτες αναστέλλουν την ανάπτυξη βακτηρίων του εντέρου που αγαπούν τους υδατάνθρακες και προάγουν τη φλεγμονή, κάτι που μπορεί να μειώσει τη φλεγμονή σε όλο το σώμα και στον εγκέφαλο. Η γνωστή σύνδεση ανάμεσα στο μικροβίωμα και την ψυχική υγεία, καθώς και ο ρόλος του άξονα εντέρου-εγκεφάλου στη ρύθμιση της λειτουργίας του εγκεφάλου, μπορεί επίσης να συμβάλλουν στη βελτίωση των συμπτωμάτων.
Ορισμένες από αυτές τις επιδράσεις ίσως είναι δυνατές χωρίς πλήρη μετάβαση σε κέτωση. Η κλασική κετογονική δίαιτα μειώνει τους υδατάνθρακες από το 45% των συνολικών θερμίδων σε μόλις 1% έως 5%. Η πιο ήπια μείωση των υδατανθράκων, ή η εφαρμογή μιας δίαιτας χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη που δίνει έμφαση στους υδατάνθρακες βραδείας αποδέσμευσης αντί για τα απλά σάκχαρα, ίσως προσφέρει τουλάχιστον μέρος των οφελών, λέει ο Palmer. «Μια δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη δεν είναι κατ’ ανάγκη κετογονική, αλλά σίγουρα έχει αντιφλεγμονώδη δράση και επιδρά στη σηματοδότηση της ινσουλίνης και πιθανότατα επηρεάζει και το μικροβίωμα του εντέρου», λέει.
Άλλες αλλαγές, όμως, φαίνεται πως απαιτούν την είσοδο σε κέτωση. Ένα παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κετονικά σώματα φαίνεται να δρουν άμεσα στον εγκέφαλο, ισορροπώντας δύο βασικούς νευροδιαβιβαστές: το γλουταμινικό, που διεγείρει τους νευρώνες να πυροδοτούνται, και το GABA, που αναστέλλει αυτή την πυροδότηση. Η υπεροχή του γλουταμινικού, σε σχέση με το GABA, συνδέεται με την ανεξέλεγκτη νευρική δραστηριότητα που παρατηρείται στις επιληπτικές κρίσεις και με την ασταθή εγκεφαλική δραστηριότητα που εμπλέκεται στην ψύχωση. Ορισμένα από τα αντιεπιληπτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την επιληψία, τη σχιζοφρένεια και τη διπολική διαταραχή ενισχύουν το GABA σε σχέση με το γλουταμινικό. Πειραματικά δεδομένα από μελέτες σε ποντίκια δείχνουν ότι οι κετογονικές δίαιτες κάνουν κάτι παρόμοιο.
Το πώς ακριβώς τα κετονικά σώματα επαναφέρουν την ισορροπία αυτών των νευροδιαβιβαστών δεν είναι ξεκάθαρο. Μια πιθανότητα, ωστόσο, είναι ότι απλώς προσφέρουν αρκετή ενέργεια ώστε ο εγκέφαλος να λειτουργεί σωστά. Τα κετονικά σώματα είναι πιο δύσκολο να παραχθούν από τη γλυκόζη, αλλά, μόλις σχηματιστούν, αποτελούν πιο αποδοτική πηγή καυσίμου για τα μιτοχόνδρια, αποδίδοντας 27% περισσότερη ATP ανά μόριο.
Η ενίσχυση της ενέργειας στον εγκέφαλο θα μπορούσε να κάνει περισσότερα από το να εξισορροπεί τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών. Μελέτες που επικεντρώνονται στη σχιζοφρένεια, τη διπολική διαταραχή και την κατάθλιψη, όπως και στη νόσο Αλτσχάιμερ και την ψυχογενή ανορεξία, έχουν βρει ενδείξεις μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας. Και παρότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν σε προβληματικά μιτοχόνδρια —από τη γενετική έως τη διατροφή και άλλους παράγοντες του τρόπου ζωής— αυτό δείχνει ότι ένα πρόβλημα στην απελευθέρωση ενέργειας από τη γλυκόζη μπορεί να παίζει ρόλο σε πολλές εγκεφαλικές διαταραχές.
Η Carmen Sandi, νευροεπιστήμονας στο Swiss Federal Institute of Technology στη Λωζάνη, μελετά τη σχέση ανάμεσα στη μιτοχονδριακή υγεία και την ψυχική ασθένεια. Επισημαίνει ότι ο εγκέφαλος είναι το πιο ενεργοβόρο όργανο, καθώς καταναλώνει το 20% του καυσίμου του σώματος σε κατάσταση ηρεμίας, παρότι αντιστοιχεί μόλις στο 2% του σωματικού βάρους. Όμως «αυτό είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας», λέει.
Τα κετονικά σώματα είναι αρκετά μικρά ώστε να περνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμο για τον εγκέφαλο, αντί για γλυκόζη JAMES BELL/SCIENCE PHOTO LIBRARY
Τα κετονικά σώματα είναι αρκετά μικρά ώστε να περνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμο για τον εγκέφαλο, αντί για γλυκόζη
JAMES BELL/SCIENCE PHOTO LIBRARY
«Τα μιτοχόνδρια δεν είναι απλώς οι παραγωγοί ενέργειας — συμβάλλουν επίσης στη σωστή λειτουργία των νευρώνων και των εγκεφαλικών κυκλωμάτων», με ρόλο στην παραγωγή ορμονών και άλλων μορίων σηματοδότησης, αλλά και στη ρύθμιση της φλεγμονής και του οξειδωτικού στρες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα κετονικά σώματα προκαλούν λιγότερο οξειδωτικό στρες από τη γλυκόζη, λέει η Sandi, άρα μειώνουν και την ανάγκη για μεταβολικό «καθαρισμό».
Για τον Palmer, όλα αυτά τα δεδομένα δείχνουν σε μια κοινή υποκείμενη αιτία για τις ψυχικές διαταραχές: ότι οφείλονται σε μεταβολικά προβλήματα στον εγκέφαλο. Υπογραμμίζει ότι οι σωματικές μεταβολικές παθήσεις, όπως ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η αντίσταση στην ινσουλίνη, αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο κατάθλιψης. Το αντίστροφο επίσης ισχύει: τα άτομα με ψυχικές διαταραχές διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για διαβήτη, παχυσαρκία και καρδιακή νόσο.
Η σκέψη ότι οι κετογονικές δίαιτες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη θεραπεία μεταβολικών προβλημάτων στον εγκέφαλο γεννήθηκε στον Palmer στα τέλη της δεκαετίας του 2010, όταν θεράπευε μια γυναίκα λίγο πάνω από τα 70, η οποία είχε υποστεί εξουθενωτική, ανθεκτική στα φάρμακα σχιζοφρένεια για περισσότερα από 50 χρόνια.
Όπως συμβαίνει συχνά στις σοβαρές ψυχικές ασθένειες, πέρα από την έντονη ψυχική επιβάρυνση, η γυναίκα, η Mildred, είχε παχυσαρκία και η σωματική της υγεία επιδεινωνόταν. Της συνέστησαν να δοκιμάσει την κετογονική δίαιτα για να χάσει βάρος. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, πέρα από την απώλεια βάρους, άρχισε να παρατηρεί βελτίωση στα συμπτώματα της σχιζοφρένειας. Οι φωνές στο κεφάλι της αδυνάτισαν, η διάθεσή της βελτιώθηκε και, ύστερα από δεκαετίες που ζούσε με την πάθηση, μπήκε σε πλήρη ύφεση. Ο Palmer έμεινε έκπληκτος και το 2019 δημοσίευσε εργασία στην οποία περιέγραφε την εμπειρία της Mildred, καθώς και ένα παρόμοιο αποτέλεσμα ύφεσης σε ένα δεύτερο άτομο με σχιζοφρένεια.
Όταν ακολουθεί κανείς κετογονική διατροφή, οι υδατάνθρακες όπως το ψωμί μπαίνουν οριστικά εκτός μενού. Patrick Chatelain/www.plainpicture.com