Ένα νέο βιβλίο δύο κοινωνιολόγων εξετάζει πώς η πρωτεΐνη έγινε το πιο «hot» θρεπτικό συστατικό της εποχής μας. Εξηγεί την πολιτισμική εμμονή, αλλά αφήνει αναπάντητο το ερώτημα που ενδιαφέρει τους περισσότερους: πόση πρωτεΐνη πρέπει τελικά να τρώμε;
Υπάρχει κάτι αποκαλυπτικό στο να βλέπεις διαφήμιση για popcorn με πρωτεΐνη της Khloé Kardashian την ίδια μέρα που ακούς έναν κωμικό να συζητά σοβαρά για αμινοξέα σε podcast. Η πρωτεΐνη δεν είναι πια απλώς θρεπτικό συστατικό — είναι πολιτισμικό φαινόμενο. Και το νέο βιβλίο «Protein: The making of a nutritional superstar» των Samantha King και Gavin Weedon έρχεται να εξηγήσει πώς φτάσαμε ως εδώ.
Οι δύο συγγραφείς είναι κοινωνιολόγοι που ειδικεύονται στον αθλητισμό, την υγεία και το σώμα — η King στο Πανεπιστήμιο Queen’s του Καναδά και ο Weedon στο Nottingham Trent της Βρετανίας. Το βιβλίο τους ξεκινά με μια εκτενή ιστορία της ανακάλυψης των αμινοξέων και της ονοματοδοσίας του μορίου, κάτι που δύσκολα θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του μέσου αναγνώστη. Όταν όμως φτάνουν στο ουσιαστικό ερώτημα — γιατί η πρωτεΐνη κυριάρχησε στη συνείδηση του καταναλωτή — η ανάλυσή τους γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.
Η απάντησή τους: η πρωτεΐνη έχει την ικανότητα να απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες με διαφορετικό μήνυμα. Για τους millennials είναι το κλειδί για καλή φυσική κατάσταση, για τους baby boomers πηγή ενέργειας, για τους ηλικιωμένους ασπίδα απέναντι στη σαρκοπενία — την προοδευτική απώλεια μυϊκής μάζας που συνδέεται με τη γήρανση. Οι King και Weedon πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα: υποστηρίζουν ότι η προώθηση της πρωτεΐνης στους νέους συνδέεται με τη «manosphere» και μια τραυματισμένη αντίληψη της ανδρικής ταυτότητας, ενώ για τους ηλικιωμένους αποτελεί μέρος μιας νεοφιλελεύθερης λογικής που μετακυλίει την ευθύνη για τη δημόσια υγεία στο άτομο. Τα επιχειρήματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά παραμένουν θεωρητικά — χωρίς αρκετά στοιχεία που να τα στηρίζουν πειστικά.
Ένα σημείο όπου οι συγγραφείς έχουν δίκιο: όσοι αγοράζουν protein bars και ανησυχούν για την πρόσληψή τους είναι συνήθως οι τελευταίοι που έχουν έλλειψη. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, η πρωτεϊνική ανεπάρκεια είναι σπάνια για όποιον καταναλώνει τις συνιστώμενες 2.000-2.500 θερμίδες ημερησίως. Οι βρετανικές οδηγίες ορίζουν 0,75 γραμμάρια πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους την ημέρα — ένα νούμερο που καλύπτεται εύκολα με μερικά κανονικά γεύματα, αν και αυξάνεται για όσους γυμνάζονται έντονα.
Το πρόβλημα είναι ότι το βιβλίο δεν απαντά στα ερωτήματα που πραγματικά μας απασχολούν: Πρέπει να αλλάξουμε την πρόσληψη πρωτεΐνης καθώς μεγαλώνουμε; Μπορούμε να φάμε υπερβολικά πολλή; Ποιες είναι οι καλύτερες φυτικές πηγές; Η έρευνα σε αυτά τα ζητήματα είναι περιορισμένη και συχνά αντιφατική. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η υπερβολική κατανάλωση πρωτεΐνης μακροπρόθεσμα επιβαρύνει τα νεφρά και πιθανώς αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο — και ότι το περίσσευμα απλώς αποβάλλεται με τα ούρα, κάνοντας πολλά «protein snacks» κυριολεκτικά σπατάλη χρημάτων.
Το «Protein» είναι ένα βιβλίο που εξηγεί γιατί μιλάμε τόσο πολύ για πρωτεΐνη, αλλά όχι τι πρέπει να κάνουμε με αυτή τη γνώση. Ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο: η απάντηση στο «πόση πρωτεΐνη χρειάζομαι;» είναι ακόμα, σε μεγάλο βαθμό, ανοιχτή επιστημονική υπόθεση.