Στη Σβάλμπαρντ, αρκούδες τρώνε μαζικά αυγά πουλιών και εμφανίζονται πιο καλοθρεμμένες παρά την απώλεια πάγου. Στη νότια Γροιλανδία καταγράφονται μεταθετά στοιχεία DNA που ίσως βοηθούν σε θερμότερα περιβάλλοντα, με τη μεγάλη εικόνα να παραμένει πιεσμένη.
Μια μελέτη στο Scientific Reports κατέγραψε την κατάσταση σώματος 770 ενήλικων πολικών αρκούδων στη Σβάλμπαρντ από το 1995 έως το 2019: οι αρκούδες αδυνάτιζαν έως το 2000 και μετά πάχυναν, παρ’ ότι ο θαλάσσιος πάγος στην περιοχή μειώθηκε γρήγορα. Οι ερευνητές αποδίδουν την αντοχή αυτή σε έναν εξαιρετικά παραγωγικό θαλάσσιο χώρο ρηχών υδάτων πάνω σε υφαλοκρηπίδα, όπου θερμά και πλούσια σε θρεπτικά North Atlantic Waters ενισχύουν την τροφική αλυσίδα. Οι αρκούδες τρώνε πλέον συχνότερα θαλάσσιους ίππους, πουλιά και αυγά — σε πυκνές αποικίες εδαφόβιων ειδών, επιδρομές εκατοντάδων αυγών έχουν καταγραφεί σε μία μέρα. Εκεί όπου απομένει πάγος, οι δακτυλιωτές και μουστακοφόρες φώκιες συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερη πυκνότητα, κάτι που μπορεί να διευκολύνει το κυνήγι· περιστασιακά καταγράφονται και ταράνδεια. Ωστόσο, τέτοια θηράματα δεν επαρκούν για να στηρίξουν μακροπρόθεσμα έναν πληθυσμό που εξελικτικά βασίζεται στο λίπος των φώκιων πάνω στον πάγο.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για συμπεριφορική ευελιξία, όχι για μετάβαση σε ζωή χωρίς πάγο. Οι πολικές αρκούδες επιστρέφουν στον πάγο μόλις αυτός σχηματιστεί, επειδή εκεί εξασφαλίζουν την υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος διατροφή που τις κρατά σε ακραίο ψύχος. Η αναπαραγωγή τους επίσης εξαρτάται από τον πάγο: εκτεταμένες ζώνες στη δυτική Σβάλμπαρντ έχουν πλέον παγώσει λιγότερο ή αργότερα, περιορίζοντας κρίσιμους χώρους για φωλιές. Μοντελοποίηση που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2025 προβλέπει πτώση της αναπαραγωγής και της επιβίωσης των νεογνών σε χρονιές με χαμηλό πάγο, καθώς «ο πάγος δεν έρχεται εγκαίρως».
Παράλληλα, μια μελέτη στο Mobile DNA (Δεκέμβριος 2025) εντόπισε αυξημένη δραστηριότητα μεταθετών στοιχείων («jumping genes») σε υποπληθυσμό πολικών αρκούδων της νότιας Γροιλανδίας. Οι αλλαγές στην έκφραση γονιδίων αφορούν κυρίως μεταβολικές οδούς επεξεργασίας λίπους, κάτι που μπορεί να αντανακλά προσαρμογή σε θερμότερο κλίμα και διαφοροποιημένη δίαιτα. Οι ερευνήτριες προειδοποιούν όμως ότι ο εξελικτικός ρυθμός είναι ασύμβατος με την ταχύτητα απώλειας πάγου: με γενιά περίπου 11,5 ετών και με το ενδεχόμενο θερινής Αρκτικής χωρίς πάγο ως το 2050, ουσιαστικές γενετικές προσαρμογές θα απαιτούσαν εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Άλλοι ειδικοί σημειώνουν ότι η αυξημένη μεταλλαξιγένεση μπορεί να σημαίνει και στρες, όχι απαραίτητα ωφέλιμη προσαρμογή.
Η εικόνα σπάει σε 20 διακριτούς υποπληθυσμούς με διαφορετική γεωγραφία, διαθεσιμότητα τροφής και δυναμική πάγου. Περιοχές όπως ο Δυτικός και ο Νότιος Κόλπος Χάντσον και η δυτική Καναδική Αρκτική, με ήδη μεγάλα διαστήματα χωρίς πάγο και χωρίς πλούσιες τροφικές αλυσίδες, αναμένονται να υποχωρήσουν νωρίτερα. Αντίθετα, ρηχές υφαλοκρηπίδες γύρω από τη Σβάλμπαρντ και τη Φραντς Γιόζεφ και τμήματα του Καναδικού Αρκτικού Αρχιπελάγους μπορούν να λειτουργήσουν ως προσωρινοί «θύλακες»: καθώς ο πολύ παχύς πάγος λεπταίνει, αυξάνει το φως, ενισχύεται η παραγωγικότητα φυκών και σταδιακά τροφοδοτούνται ασπόνδυλα, ψάρια και φώκιες — η βάση που χρειάζονται οι αρκούδες. Προγενέστερες προβολές είχαν σκιαγραφήσει λίγες τέτοιες «τελευταίες καταφυγές», όπως οι Νήσοι Βασίλισσας Ελισάβετ.
Το πόσο θα αντέξουν οι πληθυσμοί συνδέεται άμεσα με την πορεία των εκπομπών. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι με περιορισμό της θέρμανσης στους 2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, ενήλικες πολικές αρκούδες θα μπορούσαν να επιβιώσουν έως το 2100 ακόμη και στο νότιο άκρο της κατανομής τους, όπως ο Κόλπος Χάντσον. Οι επόμενες δεκαετίες θα καθορίσουν πόσοι υποπληθυσμοί διατηρούνται και πού.