Το δικό τους κοινό αποκτούν σταδιακά οι wearable συσκευές. Οι πωλήσεις τόσο σε όγκο συσκευών, όσο και σε αξία, βαίνουν αυξανόμενες, τάση που επιβεβαιώθηκε κατά το 2ο τρίμηνο του 2018. Σύμφωνα με την IDC και το τελευταίο σχετικό report της, το εξεταζόμενο διάστημα διατέθηκαν στην παγκόσμια αγορά 27,9 εκατ. wearable συσκευές, αριθμός αυξημένος κατά 5,5% σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα. Όπως διαπιστώνει το report (Worldwide Quarterly Wearable Device Tracker), οι πωλήσεις κινήθηκαν ανοδικά και σε επίπεδο αξίας, με την αγορά να διευρύνεται κατά 8,3% έναντι του 2ου τριμήνου του 2017 και να φθάνει τα $4,8 δις. Το θετικό αυτό κλίμα για τις wearable συσκευές τροφοδοτούν – κατά κύριο λόγο – οι επιδόσεις των smartwatches, των οποίων η δημοτικότητα αυξάνεται παρά τις – ακόμη – υψηλές τιμές τους.
Οι ψηφιακές επιχειρήσεις υπόκεινται επί του παρόντος σε μέσο πραγματικό συντελεστή φόρου ίσο προς το ήμισυ του αντίστοιχου συντελεστή της παραδοσιακής οικονομίας στην Ε.Ε. Η υφιστάμενη κατάσταση δημιουργεί ανισότητες στη φορολογική πολιτική και ως εκ τούτου επιδιώκεται η ανατροπή της, ώστε ψηφιακές και παραδοσιακές εταιρείες να φορολογούνται με δίκαιο και ισότιμο τρόπο και σε αυτήν την κατεύθυνση κινούνται και τα περισσότερα κράτη – μέλη. Τα μικρότερα κράτη με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, όπως το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία, που φιλοξενούν μεγάλες πολυεθνικές, θέλουν οι αλλαγές της Ε.Ε. να συνδυαστούν με μια παγκόσμια μεταρρύθμιση της ψηφιακής φορολογίας, η οποία συζητείται επί χρόνια χωρίς αποτέλεσμα. Μεγαλύτερα κράτη, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, που ισχυρίζονται ότι έχουν χάσει εκατομμύρια ευρώ εσόδων λόγω της μετατόπισης των φορολογητέων κερδών των ψηφιακών ομίλων σε χώρες με χαμηλότερες φορολογίες, θέλουν μια γρήγορη λύση. Υποστηρίζουν, συνεπώς, την πρόταση της Επιτροπής για ένα φόρο 3% στα ψηφιακά έσοδα μεγάλων επιχειρήσεων σε όλη την Ε.Ε., ο οποίος θα εισαχθεί πριν από μια γενική αναμόρφωση των φορολογικών κανόνων.
Φόβοι
Για να ξεπεραστούν ορισμένες από τις επικρίσεις εναντίον του μέτρου, η Αυστρία – που ασκεί την Προεδρία της Ε.Ε. – προτείνει να μειωθεί το πεδίο εφαρμογής του. Συγκεκριμένα, να επικεντρωθεί μόνο στα έσοδα από διαφημίσεις μέσω Διαδικτύου, στις οποίες υπερέχουν Google και Facebook, καθώς και στα έσοδα από αγορές, όπως το Amazon. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισηγηθεί – νωρίτερα απ’ ό,τι η παγκόσμια κοινότητα – νέους κανόνες, για να διασφαλιστεί ότι οι ψηφιακές δραστηριότητες φορολογούνται με δίκαιο και φιλικό προς την ανάπτυξη τρόπο. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έχει υποβάλει, ήδη, δύο νομοθετικές προτάσεις. Η πρώτη πρόταση θα δώσει στα κράτη – μέλη τη δυνατότητα να φορολογούν τα κέρδη που παράγονται στην επικράτεια τους, ακόμη κι αν η επιχείρηση δεν έχει φυσική παρουσία. Μια ψηφιακή πλατφόρμα θα θεωρείται ότι έχει φορολογητέα “ψηφιακή παρουσία” ή ψηφιακή μόνιμη εγκατάσταση σε ένα κράτος – μέλος, αν πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια: Υπερβαίνει το κατώτατο όριο ετησίων εσόδων €7 εκατ. σε ένα κράτος – μέλος, έχει περισσότερους από 100.000 χρήστες σε ένα κράτος σε ένα φορολογικό έτος και δημιουργεί πάνω από 3.000 επιχειρηματικές συμβάσεις για ψηφιακές υπηρεσίες με επιχειρηματίες χρήστες σε ένα φορολογικό έτος.
Έμμεσος φόρος
Η δεύτερη πρόταση της Επιτροπής αφορά την επιβολή ενός προσωρινού φόρου επί ορισμένων εσόδων από ψηφιακές δραστηριότητες. Το σύστημα αυτό θα εφαρμοστεί μόνον ως προσωρινό μέτρο, έως ότου τεθεί σε εφαρμογή η ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση με ενσωματωμένους μηχανισμούς για τη μείωση του ενδεχομένου διπλής φορολόγησης. Τα κράτη – μέλη θα εισπράττουν τα φορολογικά έσοδα εκεί όπου βρίσκονται οι χρήστες και ο φόρος θα επιβάλλεται μόνο στις επιχειρήσεις με συνολικά ετήσια έσοδα €750 εκατ. παγκοσμίως και €50 εκατ. στην Ε.Ε. Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί η μη επιβάρυνση των μικρότερων νεοφυών εταιρειών.






























