Βρισκόμαστε στο 2036. Μια ασθενής που αντιμετωπίζει κατάθλιψη και άγχος παραπέμπεται στην τοπική κλινική psychobiotics, όπου ο ειδικός της χορηγεί μια αγωγή με εξατομικευμένα χάπια για τη βελτίωση των συμπτωμάτων της. Όμως, αντί να δρουν πάνω στα κύτταρά της ή, πολύ περισσότερο, στα κύτταρα του εγκεφάλου της, τα χάπια λειτουργούν με την παροχή συγκεκριμένων στελεχών μικροβίων στο έντερό της.
Αυτή η μελλοντική εικόνα γιατρούς που ρυθμίζουν το περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος με στόχο τη βελτίωση σύνθετων και δύσκολα αντιμετωπίσιμων ψυχολογικών διαταραχών μπορεί να μοιάζει απίθανη. Όμως, η έρευνα των τελευταίων δύο δεκαετιών έχει αποκαλύψει τη μεγάλη επίδραση που έχει το οικοσύστημα βακτηρίων, μυκήτων, ιών και άλλων μικροοργανισμών που ζουν μέσα μας. Ίσως η πιο εντυπωσιακή διαπίστωση είναι οι συσχετισμοί που έχουν εντοπίσει οι επιστήμονες ανάμεσα στο μικροβίωμα του εντέρου και την ψυχική μας υγεία. Πλέον εξετάζουν αν η αξιοποίηση αυτού του πολύπλοκου οικοσυστήματος μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα.
Η ιδέα ότι το «ένστικτο του εντέρου» συνδέεται με τον τρόπο που βιώνουμε ψυχολογικά τον κόσμο είναι καλά εδραιωμένη στη δημόσια αντίληψη. Μέχρι πρόσφατα, όμως, οι επιστήμονες ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί — ειδικά απέναντι στην άποψη ότι τα αμέτρητα μικροβιακά κύτταρα μέσα μας θα μπορούσαν να επηρεάζουν την ψυχική υγεία. «Πριν από 15 χρόνια, όταν κάποιοι παρουσίαζαν την έρευνά τους, ακούγονταν γέλια στο πίσω μέρος της αίθουσας», λέει ο καθηγητής Phil Burnet, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, ο τομέας της μικροβιακής νευροεπιστήμης έχει επιταχυνθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, χάρη στην έκρηξη των εργαστηριακών μελετών και των δοκιμών σε ανθρώπους που αφορούν το μικροβίωμα. Κάποιες μελετούν ζωντανούς ωφέλιμους μικροοργανισμούς, γνωστούς ως προβιοτικά. Άλλες εξετάζουν σκευάσματα τροφής για μικρόβια, δηλαδή πρεβιοτικά, που ενισχύουν συγκεκριμένα βακτηριακά στελέχη. Παράλληλα, αναπτύσσονται και τα μεταβιοτικά, δηλαδή θερμικά επεξεργασμένα μικρόβια.
Μαζί, αυτές οι μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει μια βαθιά και σημαντική σύνδεση ανάμεσα στα περίπου 100 τρισεκατομμύρια μικροβιακά κύτταρα — από έως και 5.000 διαφορετικά είδη — που βρίσκονται στο πεπτικό σύστημα και στη σωματική και ψυχική υγεία. «Πώς μπορούμε να το αξιοποιήσουμε αυτό για να διατηρήσουμε την ευεξία ή να θεραπεύσουμε διαταραχές του εγκεφάλου;» αναρωτιέται ο Burnet. «Στο κύκλωμα εντέρου-εγκεφάλου, το μικροβίωμα του εντέρου είναι το πιο προσβάσιμο στοιχείο».
Τι συμβαίνει στο πνευμονογαστρικό νεύρο
Οι νευρώνες που λειτουργούν στο έντερο αποκαλούνται μερικές φορές «δεύτερος εγκέφαλος». Το λεγόμενο εντερικό νευρικό σύστημα στους ανθρώπους περιλαμβάνει εκτιμώμενους 500 εκατομμύρια νευρώνες, περισσότερους από το διπλάσιο του αριθμού που υπάρχει στον νωτιαίο μυελό. Λειτουργεί αυτόνομα για τον έλεγχο της πέψης, αλλά βρίσκεται και σε συνεχή αμφίδρομη επικοινωνία με τον εγκέφαλο μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου.
Αυτός ο δεύτερος εγκέφαλος και η σύνδεσή του με τον εγκέφαλο μέσα στο κρανίο είναι ένας τρόπος με τον οποίο τα μικρόβια του εντέρου μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία. Υπάρχουν όμως και άλλοι: μέσω μεταβολιτών που παράγουν και περνούν στο αίμα, διασχίζοντας τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, μέσω της επίδρασής τους στις ορμόνες του εντέρου και μέσω της διέγερσης του ανοσοποιητικού συστήματος.
«Το μικροβίωμα είναι απίστευτα πολύπλοκο και νομίζω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας μηχανισμοί πίσω από τα κλινικά αποτελέσματα που βλέπουμε», λέει ο Dr Richard Day, V.P. Medical Affairs and Clinical Development στο τμήμα R&D της ADM, εταιρείας που ερευνά και διαθέτει στην αγορά πρεβιοτικά, προβιοτικά και μεταβιοτικά. «Ακόμα βρισκόμαστε στη διαδικασία να αποσαφηνίσουμε τους μηχανισμούς δράσης».
Το ότι το μικροβίωμα του εντέρου μπορεί να επηρεάζει τον εγκέφαλο είναι, πάντως, σαφές.
Μερικά από τα ισχυρότερα στοιχεία προέρχονται από έρευνες για τις διαταραχές διάθεσης, με μελέτες που δείχνουν συσχετίσεις με τη σύσταση του μικροβιώματος του εντέρου. Πλέον, οι επιστήμονες ξεπερνούν αυτές τις παρατηρητικές μελέτες και προχωρούν σε πειραματικές παρεμβάσεις για να μάθουν περισσότερα.
Μια μελέτη με μηχανιστικό χαρακτήρα, υπό την καθοδήγηση του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι η χορήγηση προβιοτικού στους συμμετέχοντες είχε μετρήσιμες επιδράσεις στη γνωστική και συναισθηματική επεξεργασία. Άλλες μελέτες εξετάζουν τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου σε κλινικούς πληθυσμούς. Το 2023, για παράδειγμα, ερευνητές στο King’s College London και την ADM δημοσίευσαν μελέτη στο JAMA Psychiatry, εξετάζοντας τις επιδράσεις ενός προβιοτικού σε άτομα με μείζονα κατάθλιψη. «Μαζί, αυτές οι μελέτες διαμορφώνουν μια ολοένα και πιο πειστική εικόνα για τη σύνδεση εντέρου-εγκεφάλου», λέει η Dr Malwina Naghibi, Head of Clinical Development στην ADM.
Η σύνδεση αυτή λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: η ψυχική υγεία μπορεί να επηρεάσει την πεπτική υγεία και το αντίστροφο. Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, για παράδειγμα, έχει τεκμηριωμένη σχέση με το άγχος, και αυτή η σύνδεση μελετάται ενεργά. Σε μία μελέτη, οι ερευνητές της ADM χορήγησαν σε ενήλικες με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είτε ένα ζωντανό είτε ένα θερμικά επεξεργασμένο στέλεχος εντερικών βακτηρίων. Και τα δύο έφεραν παρόμοια αποτελέσματα στους ασθενείς, προσφέροντας στους ερευνητές πολύτιμα στοιχεία για το πώς τα βακτήρια — ζωντανά ή νεκρά — αλληλεπιδρούν με το έντερο και το νευρικό σύστημα.
Οι επιστήμονες απολαμβάνουν την πρόκληση της εξερεύνησης αυτής της νέας περιοχής.
Αυτές οι μελέτες είναι χαρακτηριστικές μιας πληθώρας κυρίως μικρών, αλλά αυστηρών κλινικών δοκιμών που εξετάζουν την επίδραση του μικροβιώματος του εντέρου στην κατάθλιψη και το άγχος, στη διπολική διαταραχή, την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας και το στρες. Υπάρχει ακόμη και πρώιμη έρευνα για το αν παίζει ρόλο στη νόσο Αλτσχάιμερ.
Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μεγαλύτερες μελέτες, σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, που θα δείξουν πόσο σταθερές είναι πραγματικά οι όποιες επιδράσεις. «Υπάρχει απλώς μια έκρηξη ερευνών αυτή τη στιγμή», λέει η Naghibi.
Τα γέλια στο πίσω μέρος των αιθουσών έχουν σταματήσει, αλλά υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος. Η μικροβιακή νευροεπιστήμη είναι ένα πεδίο στα πρώτα του βήματα και τα psychobiotics ακόμα περισσότερο. Οι επιστήμονες, όμως, απολαμβάνουν την πρόκληση της εξερεύνησης αυτής της νέας περιοχής. «Νομίζω ότι αυτό είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι», λέει η Naghibi.
ΜΙΚΡΟΒΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΕΙΣ — Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΒΙΟΤΙΚΩΝ
Ο νεότερος παίκτης στην έρευνα για το μικροβίωμα είναι τα μεταβιοτικά. Σε αντίθεση με τα προβιοτικά, που είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί, ή τα πρεβιοτικά, που είναι θρεπτικά συστατικά για τα μικρόβια, πρόκειται για παρασκευάσματα μικροβίων που έχουν αδρανοποιηθεί με θερμότητα ή με άλλες μεθόδους, μερικές φορές μαζί με το «ζουμί» από τα κυτταρικά τους θραύσματα και τους μεταβολίτες που παράγουν. Παρότι τα μικρόβια δεν είναι πλέον ζωντανά, μπορούν ακόμη να έχουν βιολογικές επιδράσεις. Επιστήμονες της ADM, για παράδειγμα, έχουν δείξει ότι τα θερμικά επεξεργασμένα βακτήρια έχουν παρόμοια αποτελέσματα με τα ζωντανά σε ανθρώπους με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.
Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να εμφανίζονται γρήγορα. Πρόσφατη μελέτη για τα μεταβιοτικά και τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου κατέγραψε φυσιολογικές αλλαγές μέσα σε μία ώρα από τη χορήγηση. Και ευρήματα από άλλες δοκιμές δείχνουν ότι οι επιδράσεις των μεταβιοτικών υποχωρούν όταν οι συμμετέχοντες σταματούν να τα λαμβάνουν. Αυτό δείχνει άμεση δράση και όχι μόνιμη αλλαγή στο μικροβίωμα, αν και απαιτείται πολύ περισσότερη έρευνα για τους μηχανισμούς.
Παράλληλα, τα μεταβιοτικά μελετώνται σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων. Η ομάδα της ADM, για παράδειγμα, έχει πραγματοποιήσει δοκιμή σε 72 άτομα για να εξετάσει αν τα μεταβιοτικά μπορούν να μειώσουν τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας. Το πλεονέκτημα των μεταβιοτικών σε σχέση με τα προβιοτικά είναι ότι δεν χρειάζεται να διατηρούνται ζωντανά, κάτι που σημαίνει ότι μπορούν να προστεθούν σε τρόφιμα ή ποτά. Γιατί να καταπιείς χάπι, αν μπορείς να παίρνεις μεταβιοτικά με το γάλα στα δημητριακά σου;