Η οικολόγος Suzanne Simard έδειξε ότι τα δάση δεν είναι απλώς συλλογές δέντρων που ανταγωνίζονται για πόρους, αλλά αλληλένδετες κοινότητες που επικοινωνούν μέσω υπόγειων μυκητιακών δικτύων. Η έρευνά της έγινε παγκόσμια αίσθηση — και στη συνέχεια στόχος σκληρής επιστημονικής αντίδρασης. Με το νέο της βιβλίο επιστρέφει στο δάσος, στη μνήμη και στο ερώτημα αν έχουμε χρόνο να σώσουμε αυτό που μένει.
Το 2018, η Suzanne Simard έτρεχε μέσα σε καπνό και φωτιά στα Caribou Mountains του δυτικού Καναδά. Ήταν με τις δύο κόρες της και μια συνάδελφο όταν η πυρκαγιά τους έκλεισε τον δρόμο. Καθώς έτρεχαν προς το φορτηγό, από το δάσος πετάχτηκαν ένα ελάφι, ένας λαγός, ένας γκρίζος λύκος. Έφτασαν με ελάχιστα δευτερόλεπτα περιθώριο. Πάνω τους, ελικόπτερα έριχναν νερό στις φλόγες.
Αυτή η σκηνή δεν είναι μεταφορά. Είναι η πραγματικότητα που διαμορφώνει τη δουλειά της Simard εδώ και τέσσερις δεκαετίες: ο Καναδάς καίγεται, και τα δάση που θα μπορούσαν να αποτελούν φυσική ασπίδα απέναντι στην κλιματική κρίση καταστρέφονται συστηματικά από τη βιομηχανία ξυλείας. Από το 2001, τα καναδικά δάση — κάποτε τεράστιος αποθηκευτής άνθρακα — έχουν μετατραπεί σε καθαρούς εκπομπούς.
Η Simard, καθηγήτρια δασικής οικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, έγινε γνωστή το 1997 όταν δημοσίευσε στο Nature μια έρευνα που άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα δάση. Έδειξε ότι τα δέντρα ανταλλάσσουν θρεπτικά συστατικά μέσω υπόγειων μυκητιακών δικτύων — των μυκόρριζων — και ότι αυτή η ανταλλαγή δεν είναι τυχαία αλλά ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κάθε δέντρου. Το Nature έβαλε την έρευνα στο εξώφυλλο με τον τίτλο “The wood wide web”. Η φράση έγινε viral πριν υπάρχει το viral.
Στο bestseller της το 2021, Finding the Mother Tree, η Simard ανέπτυξε αυτές τις ιδέες περαιτέρω: τα μεγαλύτερα, πιο συνδεδεμένα δέντρα λειτουργούν ως κόμβοι ενός δικτύου φροντίδας, τρέφοντας νεαρά δέντρα και ανταποκρινόμενα στις αλλαγές του περιβάλλοντος. Τα ονόμασε “mother trees” — μητρικά δέντρα. Η έρευνά της ενέπνευσε τον Richard Powers για το βραβευμένο με Pulitzer μυθιστόρημα The Overstory, και άνοιξε τον δρόμο για μια ολόκληρη κατηγορία βιβλίων που επανεξετάζουν τη σχέση μας με τη φύση.
Η επιστημονική κοινότητα, όμως, δεν ήταν εξίσου ενθουσιώδης. Μετά την έκδοση του βιβλίου, η Simard αντιμετώπισε έναν οργανωμένο αντίλογο που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της ακαδημαϊκής κριτικής: επιστολές στο πανεπιστήμιό της που αμφισβητούσαν την επιστημονική της ακεραιότητα, emails σε εφημερίδες που ζητούσαν την αφαίρεση άρθρων για εκείνη. Η ίδια το συγκρίνει με την αντίδραση που αντιμετώπισε η Jane Goodall όταν έδωσε ονόματα στους χιμπατζήδες που μελετούσε, ή ο James Lovelock με την υπόθεση Gaia. “Συμβαίνει όταν έχεις μια ιδέα που είναι λίγο επαναστατική,” λέει.
Το νέο της βιβλίο, When the Forest Breathes, κυκλοφορεί αυτές τις μέρες και συνδυάζει επιστήμη με προσωπική αφήγηση: η ανάρρωσή της από καρκίνο του μαστού, η απώλεια μιας νεαρής συναδέλφου σε ατύχημα, ο θάνατος της μητέρας της. “Δεν μπορείς να καταλάβεις πώς μεγαλώνει κάτι αν δεν καταλαβαίνεις και πώς πεθαίνει,” γράφει στην αρχή του βιβλίου.
Η Simard πιστεύει ότι η επιστήμη κινείται πολύ αργά για την κλιματική κρίση. “Αν χρειαστώ 50 χρόνια έρευνα για να καταλάβω πώς να αποκαταστήσω αυτό το δάσος, μπορεί να μην προλάβω,” λέει. Αντλεί έμπνευση από τη γνώση των ιθαγενών πληθυσμών, που παρατηρούν και διαχειρίζονται τα δάση εδώ και αιώνες χωρίς να χρειάζονται peer-reviewed μελέτες για να ξέρουν ότι η ποικιλομορφία προστατεύει.
Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό δεν είναι επιστημονικό — είναι πολιτικό και ηθικό: αν γνωρίζουμε ήδη αρκετά για να δράσουμε διαφορετικά, γιατί δεν το κάνουμε;