Νέα έρευνα δείχνει ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε για τη γήρανση επηρεάζει άμεσα το πόσο γρήγορα γερνάμε. Ο «εσωτερικευμένος ηλικισμός» — δηλαδή οι αρνητικές προσδοκίες που έχουμε για τον εαυτό μας καθώς μεγαλώνουμε — αποδεικνύεται ένας από τους πιο υποτιμημένους παράγοντες κινδύνου για την υγεία. Και το κόστος, τόσο για τα άτομα όσο και για τα συστήματα υγείας, είναι τεράστιο.
Υπάρχει μια μορφή προκατάληψης που σχεδόν όλοι ασκούμε σε κάποια στιγμή της ζωής μας — και που τελικά στρέφεται εναντίον μας. Ονομάζεται ηλικισμός, και σε αντίθεση με τον ρατσισμό ή τον σεξισμό, έχει μια ιδιαίτερα ειρωνική διάσταση: όσοι τον ασκούν σήμερα θα βρεθούν αύριο στη θέση των θυμάτων του.
Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ με σχεδόν 2.000 ενήλικες ηλικίας 50 έως 80 ετών, σχεδόν όλοι ανέφεραν ότι βιώνουν τακτικά κάποια μορφή ηλικισμού. Οι δύο τρίτοι είχαν εκτεθεί σε στερεότυπα — αστεία για ηλικιωμένους, παραδοχές ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τεχνολογία ή ότι έχουν προβλήματα ακοής και μνήμης. Το πιο ανησυχητικό εύρημα, όμως, ήταν άλλο: πάνω από το 80% είχε βιώσει αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «εσωτερικευμένο ηλικισμό» — δηλαδή αρνητικές προσδοκίες για τη δική τους σωματική και πνευματική κατάσταση καθώς μεγαλώνουν. Ηλικισμός απέναντι στον εαυτό τους.
Η Becca Levy, ερευνήτρια στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Yale, έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη αυτού του φαινομένου. Τα συμπεράσματά της είναι ξεκάθαρα: όσοι έχουν αρνητικές πεποιθήσεις για τη γήρανση τείνουν να γερνούν χειρότερα. Δεν είναι απλώς συσχέτιση — η στάση των ανθρώπων στην αρχή μιας μελέτης προβλέπει την πορεία τους στα επόμενα χρόνια. Μια πρόσφατη έρευνα του Χάρβαρντ επιβεβαίωσε ότι οι ηλικιωμένοι με τα υψηλότερα επίπεδα θετικότητας απέναντι στη γήρανση παρουσίαζαν βραδύτερη σωματική, πνευματική και γνωστική έκπτωση, έτρωγαν καλύτερα και γυμνάζονταν περισσότερο.
Η Levy έχει επίσης δείξει ότι άνθρωποι άνω των 65 που αναπτύσσουν ήπια γνωστική έκπτωση έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες ανάρρωσης αν έχουν θετική στάση απέναντι στη γήρανση. Ήταν ήδη γνωστό ότι περίπου οι μισοί από αυτούς βελτιώνονται — αυτό που αποκάλυψε η έρευνα είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που τα καταφέρνουν έχει ήρεμη σχέση με το γεγονός ότι μεγαλώνει.
Το συνολικό κόστος αυτής της στάσης είναι εκπληκτικό. Σύμφωνα με μοντέλο που δημοσίευσε η ομάδα της Levy, ο ηλικισμός οδηγεί κάθε χρόνο σε 3,2 εκατομμύρια επιπλέον περιστατικά από τις οκτώ πιο δαπανηρές ασθένειες της τρίτης ηλικίας στις ΗΠΑ, με κόστος 11,1 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η Levy το χαρακτηρίζει ευθέως κρίση δημόσιας υγείας.
Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ατομικό. Ο εσωτερικευμένος ηλικισμός τροφοδοτείται από τον θεσμικό ηλικισμό — τα στερεότυπα που συναντάμε στη διαφήμιση, την ψυχαγωγία, τον χώρο εργασίας, ακόμα και στις αλληλεπιδράσεις με επαγγελματίες υγείας. Όπως σημειώνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αυτές οι πρακτικές είναι τόσο παλιές και ριζωμένες που έχουν αρχίσει να φαίνονται φυσιολογικές. Ακριβώς γι’ αυτό είναι και τόσο δύσκολο να τις αντιμετωπίσουμε.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η στάση απέναντι στη γήρανση μπορεί να αλλάξει — ακόμα και με υποσυνείδητες παρεμβάσεις που ενισχύουν τις θετικές πτυχές του να μεγαλώνεις. Αλλά για να γίνει αυτό σε κλίμακα που να έχει πραγματικό αντίκτυπο, απαιτείται μια πολιτισμική αλλαγή που μετριέται σε δεκαετίες. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η κοινωνία θα αρχίσει να αντιμετωπίζει τον ηλικισμό με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετωπίζει άλλες μορφές διακρίσεων — πριν να είναι πολύ αργά για εκείνους που τον υφίστανται σήμερα.