Η Βρετανία πληρώνει το ρεύμα με βάση την τιμή του φυσικού αερίου, ακόμα κι όταν αυτό παράγει μόνο το ένα τέταρτο της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Ένα νέο report προτείνει αλλαγές στη δομή της αγοράς που θα μπορούσαν να μειώσουν τους λογαριασμούς κατά 200 λίρες τον χρόνο — και να σπάσουν έναν κύκλο που αφήνει τους καταναλωτές εκτεθειμένους σε κάθε γεωπολιτική κρίση.
Υπάρχει μια παράδοξη λογική στον τρόπο που η Βρετανία τιμολογεί την ηλεκτρική ενέργεια. Το φυσικό αέριο — η πιο ακριβή μορφή παραγωγής ρεύματος — καθόρισε την τιμή της αγοράς το 85% του χρόνου το 2024, παρόλο που παράγει μόλις το ένα τέταρτο της βρετανικής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και οι εταιρείες ανανεώσιμων πηγών — που έχουν ήδη αποσβέσει τα κόστη τους — εισπράττουν την τιμή του αερίου, αποκομίζοντας κέρδη που δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό τους κόστος παραγωγής. Και ο καταναλωτής πληρώνει τη διαφορά.
Το πρόβλημα δεν είναι νέο, αλλά η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή το έφερε ξανά στο προσκήνιο. Καθώς οι τιμές του αερίου ανεβαίνουν λόγω της αστάθειας που προκαλεί ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν, οι βρετανικοί λογαριασμοί ρεύματος απειλούνται με νέα άνοδο. Η αλυσίδα είναι απλή και σκληρή: γεωπολιτική κρίση, ακριβότερο αέριο, ακριβότερο ρεύμα — ανεξάρτητα από το πόσο ανανεώσιμη ενέργεια παράγει η χώρα.
Το thinktank Common Wealth δημοσίευσε αυτή την εβδομάδα μια πρόταση που επιχειρεί να σπάσει αυτόν τον κύκλο. Το λεγόμενο “single buyer model” προβλέπει ότι οι παραγωγοί χαμηλού άνθρακα — ανανεώσιμες πηγές και πυρηνική ενέργεια — θα αποσυνδεθούν από τη χονδρική αγορά και θα αμείβονται με σταθερές, δίκαιες τιμές. Οι σταθμοί φυσικού αερίου θα μετακινηθούν σε έναν “στρατηγικό εφεδρικό μηχανισμό”, ο οποίος θα ενεργοποιείται μόνο όταν οι ανανεώσιμες πηγές και η πυρηνική δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το αέριο θα αγοράζεται σε τιμές που αποτρέπουν την υπερκερδοφορία. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την έκθεση, θα ήταν εξοικονόμηση έως 203 λιρών ανά νοικοκυριό ετησίως.
Η πρόταση δεν είναι μόνο οικονομική — είναι και πολιτική. Η πίεση για μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας αυξάνεται από πολλές κατευθύνσεις: ανεξάρτητοι ειδικοί, καταναλωτικές οργανώσεις, περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η Greenpeace και πολιτικά κόμματα όπως οι Πράσινοι έχουν ταχθεί υπέρ της αποσύνδεσης του αερίου από την τιμολόγηση του ρεύματος. Παράλληλα, το Resolution Foundation ζητά τη δημιουργία ενός “κοινωνικού τιμολογίου” για τα φτωχότερα νοικοκυριά. Η κυβέρνηση Starmer βρίσκεται υπό πίεση να αποδείξει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι μόνο κλιματική υπόθεση, αλλά και κοινωνική.
Η Βρετανία δεν είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει αυτό το δίλημμα — η ίδια λογική ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για άλλες ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν οι κυβερνήσεις έχουν την πολιτική βούληση να αναδιαρθρώσουν αγορές που σχεδιάστηκαν σε άλλη εποχή, για άλλο ενεργειακό μείγμα. Όσο η απάντηση αργεί, ο λογαριασμός συνεχίζει να έρχεται.