Το σώμα ενός αστροναύτη στο διάστημα γερνάει με επιταχυνόμενο ρυθμό — χάνει μυϊκή μάζα, αδυνατίζουν τα οστά και αποσυντονίζεται η ισορροπία. Αυτό που ανακαλύπτει η διαστημική ιατρική για την αποκατάσταση των αστροναυτών αφορά εξίσου όλους μας, ειδικά όσους ταλαιπωρούνται από χρόνιους πόνους στη μέση ή ανησυχούν για τη φυσική τους κατάσταση στα μεγαλύτερα χρόνια.
Όταν οι αστροναύτες Suni Williams και Butch Wilmore επέστρεψαν στη Γη μετά από εννέα μήνες στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, βγήκαν από την κάψουλα σε φορεία. Δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Παρά τις ώρες άσκησης που κάνουν καθημερινά στο διάστημα και την κορυφαία φυσική κατάσταση που απαιτείται για να γίνεις αστροναύτης, μετά από μήνες σε μηδενική βαρύτητα πολλοί επιστρέφουν πιο αδύναμοι από ηλικιωμένους ανθρώπους στη Γη. Αυτό που συμβαίνει στο σώμα τους είναι, ουσιαστικά, μια επιταχυνόμενη εκδοχή της γήρανσης.
Στο διάστημα, τα οστά χάνουν έως και 2% της μάζας τους κάθε μήνα, ενώ η μυϊκή δύναμη μπορεί να μειωθεί κατά 20% μέσα σε τρεις έως έξι μήνες. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι οι μύες που βλέπουμε στον καθρέφτη, αλλά εκείνοι που δεν ξέρουμε καν ότι υπάρχουν. Οι βαθιοί σταθεροποιητικοί μύες της σπονδυλικής στήλης — ο multifidus και ο transversus abdominis — είναι αυτοί που κρατούν τη μέση μας σταθερή και ευθυτενή. Σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας, αυτοί οι μύες συρρικνώνονται δραματικά: έρευνα του 2021 έδειξε ότι σε αστροναύτες που έμειναν έξι μήνες στον ISS, ο transversus abdominis μειώθηκε κατά 34%. Αποτέλεσμα; Πάνω από τους μισούς αστροναύτες αναφέρουν μέτριο έως έντονο πόνο στη μέση κατά τη διάρκεια της αποστολής, και κάποιοι συνεχίζουν να τον νιώθουν ένα χρόνο μετά την επιστροφή τους.
Το πρόβλημα με αυτούς τους μύες είναι ότι δεν εκπαιδεύονται με τον συμβατικό τρόπο. Τα βαριά βάρη και τα κλασικά προγράμματα γυμναστικής δεν τους αγγίζουν ουσιαστικά. Χρειάζονται αργές, ελεγχόμενες κινήσεις σε χαμηλή ένταση, σχεδόν συνεχώς — κάτι που δεν συμβαίνει ούτε στο διάστημα, ούτε στο γυμναστήριο. Τα προγράμματα αποκατάστασης αστροναυτών της NASA και της ESA εστιάζουν ακριβώς εδώ: στον κινητικό έλεγχο, δηλαδή στο να μάθει κανείς να ενεργοποιεί αυτούς τους μύες συνειδητά, συχνά με τη βοήθεια υπερήχων που δείχνουν σε πραγματικό χρόνο αν ο μυς συσπάται. Στο Πανεπιστήμιο Northumbria αναπτύσσεται μάλιστα μια νέα μέθοδος, η LICA, που διατηρεί αυτούς τους μύες ενεργοποιημένους καθ’ όλη τη διάρκεια της κίνησης, χωρίς να χρειάζεται ο χρήστης να ξέρει πώς να τους «ανάψει».
Η διαστημική ιατρική έχει επίσης αναδείξει τη σημασία της ισορροπίας. Στο διάστημα, το εσωτερικό αυτί σταματά να ανταποκρίνεται στη βαρύτητα και ο εγκέφαλος αρχίζει να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην όραση. Όταν οι αστροναύτες επιστρέφουν, κλονίζονται, παραπατούν, υπολογίζουν λάθος τις αποστάσεις. Η αποκατάσταση περιλαμβάνει ασκήσεις ισορροπίας με κλειστά μάτια, σανίδες ισορροπίας και ασκήσεις που συνδυάζουν κίνηση κεφαλιού με οπτικά ερεθίσματα. Οι ίδιες ακριβώς ασκήσεις, σε προσαρμοσμένη μορφή, μειώνουν τον κίνδυνο πτώσης σε ηλικιωμένους και βελτιώνουν τη χωρική αντίληψη.
Τελικά, η βαρύτητα δεν είναι απλώς μια φυσική σταθερά — είναι ένας αθόρυβος προπονητής που δουλεύει πάνω μας κάθε στιγμή που στεκόμαστε όρθιοι. Το να στέκεσαι χωρίς ερεισινώτο, να ανεβαίνεις σκάλες, να κρατιέσαι χαλαρά στο λεωφορείο αφήνοντας το σώμα σου να κάνει μικρές διορθώσεις ισορροπίας — όλα αυτά είναι μικρές, καθημερινές αντιστάσεις στη βαρύτητα που κρατούν το σώμα σε εγρήγορση. Αυτό που μαθαίνουμε από τους αστροναύτες δεν είναι ότι χρειαζόμαστε πιο εντατική γυμναστική. Είναι ότι χρειαζόμαστε να σταματήσουμε να ακυρώνουμε τη βαρύτητα — και να αρχίσουμε να τη χρησιμοποιούμε.