Τα social media μας κάνουν δυστυχισμένους — αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε

Από Trantorian 23 Μαρτίου 2026 1 λεπτό ανάγνωσης
Τα social media μας κάνουν δυστυχισμένους — αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε

Η νέα Έκθεση Παγκόσμιας Ευτυχίας αποκαλύπτει ότι οι νέοι σε ΗΠΑ, Καναδά και μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης είναι λιγότερο ευτυχισμένοι από ό,τι πριν από 20 χρόνια. Η υπερβολική χρήση των social media εμφανίζεται ως ένας από τους βασικούς παράγοντες, ιδιαίτερα για τα κορίτσια και τη Γενιά Z. Το παράδοξο: ξέρουμε ότι μας βλάπτουν, αλλά συνεχίζουμε να τα χρησιμοποιούμε.

Κάθε χρόνο στις 20 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ευτυχίας, ο ΟΗΕ δημοσιεύει την Έκθεση Παγκόσμιας Ευτυχίας — μια εκτενή έρευνα που καλύπτει το 96% του παγκόσμιου πληθυσμού σε τουλάχιστον 140 χώρες. Φέτος, το κεντρικό εύρημα δεν ήταν ποια χώρα κατέλαβε την πρώτη θέση για ένατη συνεχόμενη χρονιά — ήταν κάτι πιο ανησυχητικό: οι νέοι σε μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου είναι σήμερα λιγότερο ευτυχισμένοι από ό,τι ήταν πριν από δύο δεκαετίες.

Η τάση αυτή εντοπίζεται κυρίως σε ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, αλλά και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αντίθετα, σε αρκετές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης η ευτυχία των νέων έχει αυξηθεί — παρά την εξίσου υψηλή διείσδυση του διαδικτύου. Οι ερευνητές υποθέτουν ότι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και κοινωνικές σχέσεις εκτός οθόνης μπορεί να λειτουργούν ως ανάχωμα.

Το ερώτημα που κυριαρχεί στην έκθεση φέτος είναι απλό: τι ρόλο παίζουν τα social media; Η απάντηση είναι πολύπλοκη, αλλά ένα στοιχείο ξεχωρίζει: η χρήση πάνω από πέντε ώρες την ημέρα συνδέεται σταθερά με χαμηλότερη ευεξία, περισσότερο άγχος, συμπτώματα κατάθλιψης και αρνητικές συγκρίσεις με άλλους. Δεν είναι η χρήση αυτή καθαυτή που βλάπτει — είναι η ένταση.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα προέρχεται από τον Cass Sunstein, καθηγητή στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, ο οποίος εξέτασε γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να σταματήσουν κάτι που ξέρουν ότι τους κάνει κακό. Η απάντησή του: κοινωνική πίεση. Πολλοί νέοι παραμένουν στις πλατφόρμες όχι γιατί τις απολαμβάνουν, αλλά γιατί φοβούνται να είναι οι μόνοι που θα φύγουν. Σε έρευνες, οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι θα χρειάζονταν σημαντικό χρηματικό ποσό για να μείνουν μακριά από το Facebook για έναν μήνα — ακόμα κι αν η ίδια η εμπειρία τους έκανε να νιώθουν καλύτερα. Το παράδοξο είναι πλήρες: ξέρουμε ότι μας βλάπτουν, νιώθουμε καλύτερα χωρίς αυτά, αλλά επιστρέφουμε.

Για τα κορίτσια, η εικόνα είναι ακόμα πιο ανησυχητική. Ανάλυση δεδομένων από 15χρονες σε πολλές χώρες έδειξε ότι εκείνες που χρησιμοποιούν έντονα τα social media είναι λιγότερο ικανοποιημένες από τη ζωή τους — ενώ αυτές που δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης. Για τα αγόρια, η συσχέτιση υπάρχει αλλά είναι λιγότερο ομοιόμορφη ανά περιοχή. Τα social media, σύμφωνα με τους ερευνητές, φαίνεται να είναι πιο τοξικά για τα κορίτσια.

Η έκθεση δεν αρκείται στη διάγνωση — προτείνει και κατευθύνσεις. Το κλειδί δεν είναι η απόλυτη αποχή αλλά η συνειδητή χρήση: παρακολούθηση της έντασης και όχι μόνο του χρόνου οθόνης, περιορισμός της έκθεσης σε “τέλειες ζωές” και influencers, δημιουργία κοινών συμφωνιών με φίλους για ψηφιακές παύσεις, και αντικατάσταση του χρόνου στα social media με δραστηριότητες που χτίζουν πραγματικές σχέσεις. Η βέλτιστη χρήση για ευεξία φαίνεται να είναι γύρω στη μία ώρα την ημέρα.

Το βαθύτερο ερώτημα που αφήνει ανοιχτό η έκθεση είναι αν τα social media δημιουργούν νέα προβλήματα ή απλώς ενισχύουν υπάρχουσες αδυναμίες — μειωμένη εμπιστοσύνη, λιγότερες προσωπικές συναντήσεις, την αίσθηση ότι μένεις πίσω. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε η λύση δεν βρίσκεται μόνο στο να κλείσουμε την εφαρμογή.