Ο Λευκός Οίκος παρουσίασε τον προϋπολογισμό για το 2027, που περιλαμβάνει δραστική αύξηση στις αμυντικές δαπάνες και μαζικές περικοπές σε υπηρεσίες όπως η FEMA και η EPA. Ανάμεσα στις προτάσεις ξεχωρίζει η μερική ιδιωτικοποίηση της TSA — της υπηρεσίας ασφαλείας των αμερικανικών αεροδρομίων — ως πρώτο βήμα για την πλήρη κατάργησή της ως κρατικής λειτουργίας.
Η αμερικανική κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2027, και το έγγραφο δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας: η διοίκηση Τραμπ θέλει να αρχίσει να αποσύρει το κράτος από τον έλεγχο της ασφάλειας στα αεροδρόμια. Το πρώτο βήμα είναι η υποχρεωτική ένταξη των μικρών αεροδρομίων στο Screening Partnership Program — ένα υπάρχον πρόγραμμα που επιτρέπει τη χρήση ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας με δημόσια χρηματοδότηση. Σήμερα συμμετέχουν 20 αεροδρόμια. Η πρόταση θέλει να επεκτείνει αυτό το μοντέλο ως αφετηρία για κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Η TSA, η Transportation Security Administration, λειτουργεί υπό την ομπρέλα του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) και είναι η υπηρεσία που βλέπεις σε κάθε αμερικανικό αεροδρόμιο — οι άνθρωποι που ελέγχουν αποσκευές και επιβάτες. Ο προϋπολογισμός την χαρακτηρίζει ως «troubled agency», δηλαδή προβληματική υπηρεσία, και υποστηρίζει ότι η ιδιωτικοποίηση θα φέρει εξοικονόμηση κόστους. Αυτό που δεν αναφέρει είναι ότι η κρίση της TSA έχει συγκεκριμένη αιτία: το Κογκρέσο δεν έχει εγκρίνει χρηματοδότηση για το DHS, με Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους να αδιαφορούν για συμβιβασμό, με αποτέλεσμα μακρές ουρές στα αεροδρόμια και αναστάτωση στους ελέγχους.
Ο Τραμπ έχει ήδη κινηθεί με αμφίβολης νομιμότητας τρόπους για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα — από την ανάπτυξη πρακτόρων της ICE σε αεροδρόμια μέχρι εκτελεστικό διάταγμα για την πληρωμή υπαλλήλων της TSA, χωρίς να είναι σαφές από πού προέρχονται τα χρήματα. Το αμερικανικό Σύνταγμα δίνει αποκλειστικά στο Κογκρέσο το δικαίωμα να εγκρίνει δαπάνες — κάτι που η διοίκηση φαίνεται να αντιμετωπίζει ως γραφειοκρατικό εμπόδιο.
Ο προϋπολογισμός συντάχθηκε από τον Russ Vought, έναν από τους κύριους αρχιτέκτονες του Project 2025 — του πολυσυζητημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης της αμερικανικής κυβέρνησης που έγινε γνωστό πριν τις εκλογές του 2024. Η φιλοσοφία είναι απλή: ό,τι μπορεί να γίνει ιδιωτικό, να γίνει ιδιωτικό. Ό,τι δεν μπορεί, να περικοπεί. Εξαίρεση: ο στρατός, για τον οποίο ζητείται ρεκόρ 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων — το υψηλότερο αμυντικό budget στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία.
Στον αντίποδα, ο ίδιος προϋπολογισμός προτείνει περικοπές 2 δισεκατομμυρίων σε ανθρωπιστική βοήθεια, 393 εκατομμυρίων σε στεγαστικά προγράμματα και 1,2 δισεκατομμυρίων από το Food For Peace, που τρέφει εκατομμύρια ανθρώπους σε φτωχές χώρες. Και, για να μην υπάρχει αμφιβολία για τις προτεραιότητες, περιλαμβάνει 152 εκατομμύρια δολάρια για την επαναλειτουργία της φυλακής Alcatraz, που έκλεισε το 1963. Το μέλλον της αμερικανικής δημόσιας διοίκησης, με άλλα λόγια, μοιάζει να σχεδιάζεται με πολύ συγκεκριμένες αξίες — και εξίσου συγκεκριμένες απουσίες.