Ο Τραμπ θέλει να ιδιωτικοποιήσει την ασφάλεια των αεροδρομίων

Ο Λευκός Οίκος παρουσίασε τον προϋπολογισμό για το 2027, που περιλαμβάνει δραστική αύξηση στις αμυντικές δαπάνες και μαζικές περικοπές σε υπηρεσίες όπως η FEMA και η EPA. Ανάμεσα στις προτάσεις ξεχωρίζει η μερική ιδιωτικοποίηση της TSA — της υπηρεσίας ασφαλείας των αμερικανικών αεροδρομίων — ως πρώτο βήμα για την πλήρη κατάργησή της ως κρατικής λειτουργίας.

Η αμερικανική κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2027, και το έγγραφο δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας: η διοίκηση Τραμπ θέλει να αρχίσει να αποσύρει το κράτος από τον έλεγχο της ασφάλειας στα αεροδρόμια. Το πρώτο βήμα είναι η υποχρεωτική ένταξη των μικρών αεροδρομίων στο Screening Partnership Program — ένα υπάρχον πρόγραμμα που επιτρέπει τη χρήση ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας με δημόσια χρηματοδότηση. Σήμερα συμμετέχουν 20 αεροδρόμια. Η πρόταση θέλει να επεκτείνει αυτό το μοντέλο ως αφετηρία για κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Η TSA, η Transportation Security Administration, λειτουργεί υπό την ομπρέλα του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) και είναι η υπηρεσία που βλέπεις σε κάθε αμερικανικό αεροδρόμιο — οι άνθρωποι που ελέγχουν αποσκευές και επιβάτες. Ο προϋπολογισμός την χαρακτηρίζει ως «troubled agency», δηλαδή προβληματική υπηρεσία, και υποστηρίζει ότι η ιδιωτικοποίηση θα φέρει εξοικονόμηση κόστους. Αυτό που δεν αναφέρει είναι ότι η κρίση της TSA έχει συγκεκριμένη αιτία: το Κογκρέσο δεν έχει εγκρίνει χρηματοδότηση για το DHS, με Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους να αδιαφορούν για συμβιβασμό, με αποτέλεσμα μακρές ουρές στα αεροδρόμια και αναστάτωση στους ελέγχους.

Ο Τραμπ έχει ήδη κινηθεί με αμφίβολης νομιμότητας τρόπους για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα — από την ανάπτυξη πρακτόρων της ICE σε αεροδρόμια μέχρι εκτελεστικό διάταγμα για την πληρωμή υπαλλήλων της TSA, χωρίς να είναι σαφές από πού προέρχονται τα χρήματα. Το αμερικανικό Σύνταγμα δίνει αποκλειστικά στο Κογκρέσο το δικαίωμα να εγκρίνει δαπάνες — κάτι που η διοίκηση φαίνεται να αντιμετωπίζει ως γραφειοκρατικό εμπόδιο.

Ο προϋπολογισμός συντάχθηκε από τον Russ Vought, έναν από τους κύριους αρχιτέκτονες του Project 2025 — του πολυσυζητημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης της αμερικανικής κυβέρνησης που έγινε γνωστό πριν τις εκλογές του 2024. Η φιλοσοφία είναι απλή: ό,τι μπορεί να γίνει ιδιωτικό, να γίνει ιδιωτικό. Ό,τι δεν μπορεί, να περικοπεί. Εξαίρεση: ο στρατός, για τον οποίο ζητείται ρεκόρ 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων — το υψηλότερο αμυντικό budget στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία.

Στον αντίποδα, ο ίδιος προϋπολογισμός προτείνει περικοπές 2 δισεκατομμυρίων σε ανθρωπιστική βοήθεια, 393 εκατομμυρίων σε στεγαστικά προγράμματα και 1,2 δισεκατομμυρίων από το Food For Peace, που τρέφει εκατομμύρια ανθρώπους σε φτωχές χώρες. Και, για να μην υπάρχει αμφιβολία για τις προτεραιότητες, περιλαμβάνει 152 εκατομμύρια δολάρια για την επαναλειτουργία της φυλακής Alcatraz, που έκλεισε το 1963. Το μέλλον της αμερικανικής δημόσιας διοίκησης, με άλλα λόγια, μοιάζει να σχεδιάζεται με πολύ συγκεκριμένες αξίες — και εξίσου συγκεκριμένες απουσίες.

Wearables και δικαστήρια: η νέα μάχη για την αγορά των έξυπνων συσκευών

Η αγορά των wearables βρίσκεται σε άνθηση, αλλά μαζί με την καινοτομία έρχονται και οι αγωγές. Εταιρείες όπως η Whoop και η Meta βρίσκονται στο επίκεντρο νομικών διαμαχών που αφορούν σχεδιαστικά δικαιώματα και παραβίαση ευρεσιτεχνιών, με αποτέλεσμα να τίθεται υπό αμφισβήτηση το μέλλον ολόκληρου του κλάδου.

Τα wearables είναι μία από τις πιο ζωντανές αγορές της τεχνολογίας αυτή τη στιγμή. Έξυπνα δαχτυλίδια, trackers φυσικής κατάστασης, γυαλιά με ενσωματωμένη AI, συσκευές που παρακολουθούν τον ύπνο, το στρες και τον καρδιακό ρυθμό — η καινοτομία τρέχει με ταχύτητα που δύσκολα παρακολουθείς. Αλλά μαζί με τη φρενίτιδα της ανάπτυξης έρχεται και κάτι άλλο: μια σειρά από νομικές διαμάχες που απειλούν να ανακόψουν τη δυναμική του κλάδου.

Η πιο πρόσφατη περίπτωση αφορά την Whoop, εταιρεία που φτιάχνει screenless health trackers — δηλαδή συσκευές παρακολούθησης υγείας χωρίς οθόνη. Η Whoop μόλις ανακοίνωσε ότι άντλησε 575 εκατομμύρια δολάρια σε νέα χρηματοδότηση, και αντί να γιορτάσει, έστρεψε μέρος αυτών των πόρων σε νομικές ενέργειες. Στόχος της είναι η Bevel, μια εφαρμογή που συγκεντρώνει δεδομένα από διάφορες συσκευές υγείας και παρέχει αναλύσεις για ύπνο, άσκηση και στρες. Η Whoop ισχυρίζεται ότι η Bevel αντιγράφει το “trade dress” της — νομική έννοια που αναφέρεται στη συνολική αισθητική ταυτότητα ενός προϊόντος, από το οπτικό στυλ μέχρι την εμπειρία χρήσης.

Η Bevel δεν φτιάχνει hardware. Δεν ανταγωνίζεται άμεσα τη Whoop στο ράφι ενός καταστήματος. Χρησιμοποιεί δεδομένα από το Apple Health, όπου αποθηκεύονται και τα δεδομένα της Whoop, και τα επεξεργάζεται με δικό της τρόπο. Παρόλα αυτά, η Whoop θεωρεί ότι η ομοιότητα στην παρουσίαση και τη λογική του προϊόντος αρκεί για να στηρίξει μια αγωγή. Ο CEO της Bevel, Grey Nguyen, αντέδρασε δημόσια, χαρακτηρίζοντας την κίνηση ως “lawfare” — δηλαδή χρήση νομικών εργαλείων ως όπλο ανταγωνισμού αντί για καινοτομία.

Αυτή δεν είναι η μόνη αγωγή της Whoop. Τον Οκτώβριο, η εταιρεία είχε ήδη στρεφεί εναντίον της Polar, μιας καθιερωμένης φινλανδικής εταιρείας αθλητικών wearables. Το Polar Loop, το νέο screenless tracker της Polar, μοιάζει σχεδιαστικά με το Whoop, παρακολουθεί παρόμοιες μετρήσεις και συνδέεται με εφαρμογή στο κινητό. Επιπλέον, είναι φθηνότερο και δεν απαιτεί μηνιαία συνδρομή — κάτι που το καθιστά ελκυστική εναλλακτική για όσους θέλουν να εξοικονομήσουν χρήματα. Η Whoop ισχυρίζεται παραβίαση ευρεσιτεχνιών και αντιγραφή σχεδιαστικών στοιχείων.

Παράλληλα, στον χώρο των έξυπνων γυαλιών, η Meta βρίσκεται στο στόχαστρο πολλαπλών αγωγών. Η Solos, ανταγωνιστική εταιρεία έξυπνων γυαλιών, ισχυρίζεται ότι η Meta αντέγραψε τεχνολογία ήχου και επεξεργασίας για τα Ray-Ban Meta AI glasses. Ταυτόχρονα, η Perceptix Technologies κατηγορεί τη Meta για παραβίαση ευρεσιτεχνιών που αφορούν συσκευές ηλεκτρομυογραφίας (EMG) — την τεχνολογία που χρησιμοποιεί το Neural Band της Meta για να διαβάζει κινήσεις των δακτύλων και να ελέγχει τα γυαλιά.

Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι μόνο νομικό. Αν μια startup γνωρίζει ότι μια μεγάλη εταιρεία με ομάδα δικηγόρων την περιμένει στη γωνία, πόσο πρόθυμη θα είναι να επενδύσει σε ένα νέο προϊόν; Η απειλή αγωγής από μόνη της λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας — και αυτό μπορεί να επιβραδύνει την καινοτομία σε έναν κλάδο που μόλις αρχίζει να βρίσκει τον ρυθμό του.

Οι δίκες για ευρεσιτεχνίες δεν τελειώνουν σε μερικούς μήνες. Μπορεί να διαρκέσουν χρόνια, και οι συνέπειές τους να είναι δυσανάλογα μεγάλες για τις μικρότερες εταιρείες. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η Polar ή η Bevel παραβίασαν πράγματι δικαιώματα της Whoop, ίσως χρειαστεί να αναδιαμορφώσουν ριζικά τα προϊόντα τους — ή να τα αποσύρουν εντελώς. Για τη Meta, μια αρνητική απόφαση σημαίνει πρόστιμα και αναδιαρθρώσεις, αλλά όχι αναγκαστικά το τέλος των Ray-Ban glasses. Για μια 20άτομη startup, όμως, η ίδια απόφαση μπορεί να σημαίνει ακριβώς αυτό.

Η αγορά των wearables δεν πρόκειται να ηρεμήσει σύντομα. Όσο μεγαλώνει το οικονομικό διακύβευμα, τόσο πιο ελκυστικά γίνονται τα δικαστήρια ως πεδίο ανταγωνισμού. Το ερώτημα είναι αν αυτή η τάση θα διαμορφώσει έναν κλάδο με λιγότερους, αλλά ισχυρότερους παίκτες — ή αν η καινοτομία θα βρει τρόπο να επιβιώσει παρά τις νομικές πιέσεις.

Μηχανές που φτιάχνουν μηχανές: το Silicon Valley στροβιλίζεται γύρω από ένα όνειρο — ή εφιάλτη

Οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης ανακοινώνουν ανοιχτά ότι χρησιμοποιούν AI για να αναπτύξουν ακόμα πιο ισχυρό AI. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν αυτό είναι εφικτό, αλλά πόσο γρήγορα θα συμβεί — και αν κάποιος θα μπορεί να το ελέγξει.

Στα τέλη του περασμένου μήνα, ένα πλήθος διαδηλωτών κατέκλυσε το κέντρο του Σαν Φρανσίσκο με πανό που έγραφαν “Stop the AI Race” και “Don’t Build Skynet”. Σταμάτησαν έξω από τα γραφεία της Anthropic, της OpenAI και της xAI με ένα κεντρικό αίτημα: να σταματήσει η ανάπτυξη AI που μπορεί να δημιουργεί νέο, ακόμα ισχυρότερο AI. Αυτό που φοβούνται δεν είναι ένα chatbot που γράφει κακά ποιήματα — είναι μηχανές που βελτιώνουν τον εαυτό τους χωρίς ανθρώπινη εποπτεία.

Η ιδέα της αυτο-βελτιούμενης τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι καινούρια. Ο στατιστικολόγος I. J. Good την είχε διατυπώσει ήδη από τη δεκαετία του 1960, αποκαλώντας την “την τελευταία εφεύρεση που θα χρειαστεί ποτέ η ανθρωπότητα”. Για δεκαετίες παρέμενε θεωρητική. Μέχρι πρόσφατα, όταν τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα δυσκολεύονταν ακόμα και με απλές αριθμητικές πράξεις, η ιδέα ότι θα μπορούσαν να κάνουν αυτόνομη επιστημονική έρευνα φαινόταν γελοία. Τώρα, η συζήτηση έχει αλλάξει τόνο.

Η OpenAI ανακοίνωσε πρόσφατα ένα νέο μοντέλο που περιέγραψε ως “καθοριστικό στη δημιουργία του εαυτού του”. Στόχος της εταιρείας είναι να παρουσιάσει εντός έξι μηνών έναν “AI βοηθό έρευνας σε επίπεδο ασκούμενου”. Η Anthropic, από την πλευρά της, ισχυρίζεται ότι το 90% του κώδικά της γράφεται πλέον από το Claude. Η Google DeepMind ανέπτυξε έναν AI agent, τον AlphaEvolve, που κατάφερε να βελτιώσει την ενεργειακή απόδοση των data centers της εταιρείας κατά 0,7% και να μειώσει τον χρόνο εκπαίδευσης του Gemini κατά 1%. Είναι μικρά νούμερα, αλλά σε κλίμακα παγκόσμιας υποδομής, δεν είναι αμελητέα.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτά που γνωρίζουμε είναι ελάχιστα. Οι εταιρείες μοιράζονται επιλεκτικά πληροφορίες για το πόσο έχουν αυτοματοποιήσει την εσωτερική τους έρευνα. Όταν η Anthropic λέει ότι το Claude γράφει σχεδόν όλο τον κώδικά της, δεν ξέρουμε πόση ανθρώπινη εποπτεία απαιτείται. Η διαφορά ανάμεσα σε “AI που βοηθά ανθρώπους να γράφουν κώδικα” και “AI που αναπτύσσει αυτόνομα νέο AI” είναι τεράστια — και αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε κάπου στη μέση.

Ο Sam Altman έχει δηλώσει ότι μέχρι το 2028 η OpenAI σχεδιάζει να έχει αναπτύξει έναν πλήρως αυτοματοποιημένο AI ερευνητή. Ερευνητές όπως ο Eli Lifland του AI Futures Project εκτιμούν ότι η πλήρης αυτοματοποίηση της AI έρευνας θα μπορούσε να συμβεί μέχρι το 2032. Υπάρχουν, βέβαια, λόγοι σκεπτικισμού: η διαθεσιμότητα chips, ενέργειας και χρηματοδότησης μπορεί να φρενάρει την πρόοδο ανά πάσα στιγμή. Και η ανάπτυξη AI με πραγματική ερευνητική κρίση — αυτό που οι insiders αποκαλούν “research taste” — ίσως απαιτεί κάποια ριζική τεχνολογική ανακάλυψη που δεν έχει γίνει ακόμα. “Ένα bot μπορεί να βελτιστοποιεί πράγματα, αλλά δεν έχει κάτι για να βελτιστοποιεί”, είπε ο Pushmeet Kohli της DeepMind. “Εκεί μπαίνει ο άνθρωπος.”

Αυτό που είναι σχεδόν βέβαιο είναι ότι ακόμα και οι μερικές βελτιώσεις στην αυτοματοποίηση της έρευνας θα επιταχύνουν τον ρυθμό ανάπτυξης του AI. Κυβερνήσεις και θεσμοί ήδη υστερούν — η αμερικανική εφορία εξακολουθεί να επεξεργάζεται φορολογικές δηλώσεις με COBOL, γλώσσα προγραμματισμού του 1960. Αν το AI αρχίσει να αναπτύσσεται ακόμα πιο γρήγορα, η δημόσια πολιτική και η ρύθμιση της ασφάλειας έχουν ακόμα λιγότερες πιθανότητες να κρατήσουν τον ρυθμό. Ο Nick Bostrom, ο φιλόσοφος που μελετά τους κινδύνους του AI, το έθεσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια: κάποτε αυτοαποκαλούνταν “ανήσυχος αισιόδοξος”. Τώρα λέει ότι είναι “μετριοπαθής φαταλιστής”.

Γρήγορη φόρτιση ηλεκτρικών στο Ιλινόι: XCharge και JOJO ανοίγουν τους πρώτους σταθμούς

Οι εταιρείες XCharge NA και JOJO ξεκίνησαν τη λειτουργία των πρώτων σταθμών γρήγορης φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων στο Ιλινόι των ΗΠΑ. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο που οι τιμές καυσίμων ωθούν όλο και περισσότερους οδηγούς να στραφούν στην ηλεκτροκίνηση. Η διαθεσιμότητα υποδομής φόρτισης παραμένει ένας από τους κρίσιμους παράγοντες για την υιοθέτηση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.

Η ενεργειακή κρίση έχει αλλάξει τον τρόπο που σκέφτονται οι οδηγοί το αυτοκίνητό τους. Όταν το γέμισμα ενός ντεπόζιτο κοστίζει όσο μια μικρή διακοπή, η μετάβαση στο ηλεκτρικό παύει να είναι ιδεολογική επιλογή και γίνεται οικονομική αναγκαιότητα. Σε αυτό το κλίμα, η XCharge NA και η JOJO ανακοίνωσαν την έναρξη λειτουργίας των πρώτων κοινόχρηστων σταθμών γρήγορης φόρτισης στο Ιλινόι, με στόχο να καλύψουν ένα κενό που για πολλούς αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αγορά ηλεκτρικού.

Η XCharge είναι γνωστή για τις λύσεις γρήγορης φόρτισης DC — δηλαδή φόρτιση απευθείας συνεχούς ρεύματος που μειώνει δραματικά τον χρόνο αναμονής σε σχέση με τους συμβατικούς οικιακούς φορτιστές. Η συνεργασία με την JOJO, εταιρεία που δραστηριοποιείται στη διαχείριση και ανάπτυξη δικτύων φόρτισης, φέρνει στο τραπέζι έναν συνδυασμό τεχνολογίας και εμπορικής εμπειρίας. Οι πρώτοι σταθμοί είναι ήδη σε λειτουργία, με τις δύο εταιρείες να σχεδιάζουν επέκταση του δικτύου στην ευρύτερη περιοχή.

Το Ιλινόι δεν είναι τυχαία επιλογή. Η πολιτεία έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών ρύπων και έχει ενισχύσει τα κίνητρα για αγορά ηλεκτρικών οχημάτων. Παράλληλα, το Σικάγο και οι γύρω αστικές περιοχές αντιπροσωπεύουν μια τεράστια αγορά οδηγών που κινούνται καθημερινά σε αποστάσεις απόλυτα συμβατές με την αυτονομία των σύγχρονων ηλεκτρικών. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η τεχνολογία — ήταν η έλλειψη σημείων φόρτισης εκτός σπιτιού.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να λύσει η συνεργασία XCharge-JOJO. Ένα πυκνό δίκτυο γρήγορων φορτιστών σε εμπορικά κέντρα, χώρους στάθμευσης και κόμβους μετακίνησης αλλάζει ριζικά την εξίσωση για τον μέσο οδηγό. Δεν χρειάζεται πλέον να σχεδιάζεις τη μέρα σου γύρω από τη φόρτιση — φορτίζεις όπου σταματάς ούτως ή άλλως.

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η ανάπτυξη της υποδομής θα καταφέρει να κρατήσει τον ρυθμό με την αυξανόμενη ζήτηση. Οι πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων στις ΗΠΑ συνεχίζουν να ανεβαίνουν, και κάθε νέος σταθμός φόρτισης που μπαίνει σε λειτουργία σημαίνει λίγο λιγότερη ανησυχία για έναν οδηγό που σκέφτεται να κάνει την αλλαγή. Η XCharge και η JOJO μόλις έκαναν το πρώτο βήμα στο Ιλινόι — το πόσο γρήγορα θα ακολουθήσουν τα επόμενα θα κρίνει αν η υπόσχεση γίνεται πραγματικότητα.

Η κρίση του πετρελαίου κάνει τους οδηγούς να στραφούν στα ηλεκτρικά

Η αύξηση των τιμών καυσίμων επιταχύνει την υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων, καθώς οι οδηγοί αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι το κόστος λειτουργίας ενός βενζινοκίνητου αυτοκινήτου δεν είναι πλέον δεδομένο. Παράλληλα, νέες εγκαταστάσεις ηλιακής ενέργειας — όπως ένα νέο solar farm στο Οχάιο που τροφοδοτείται από τοπικά παραγόμενα πάνελ — δείχνουν ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι απλώς περιβαλλοντική επιλογή, αλλά οικονομική αναγκαιότητα.

Για χρόνια, το ηλεκτρικό αυτοκίνητο ήταν η επιλογή του περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένου αγοραστή — αυτού που ήταν διατεθειμένος να πληρώσει παραπάνω για να μειώσει το αποτύπωμά του. Η κρίση του πετρελαίου αλλάζει αυτή την εξίσωση. Όταν το γέμισμα ενός ρεζερβουάρ κοστίζει όσο μια εβδομαδιαία αγορά τροφίμων, η λογική του “δεν μπορώ να αντέξω οικονομικά ένα ηλεκτρικό” αρχίζει να αντιστρέφεται.

Οι τιμές καυσίμων έχουν γίνει ο πιο αποτελεσματικός πωλητής ηλεκτρικών οχημάτων. Στις ΗΠΑ, η ζήτηση για EV ανεβαίνει κάθε φορά που η τιμή της βενζίνης σπάει νέα ρεκόρ — ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται και στην Ευρώπη. Οι οδηγοί κάνουν τα μαθηματικά: ένα ηλεκτρικό κοστίζει κατά μέσο όρο τρεις με τέσσερις φορές λιγότερο ανά χιλιόμετρο σε σύγκριση με ένα βενζινοκίνητο, και το κόστος συντήρησης είναι σημαντικά χαμηλότερο χωρίς αλλαγές λαδιών, φίλτρων και τα υπόλοιπα έξοδα που συνοδεύουν έναν κινητήρα εσωτερικής καύσης.

Στο Οχάιο, μια νέα εγκατάσταση ηλιακής ενέργειας προσθέτει ένα ενδιαφέρον στρώμα σε αυτή την ιστορία: τα φωτοβολταϊκά πάνελ που τροφοδοτούν το farm έχουν κατασκευαστεί τοπικά, στην ίδια πολιτεία. Αυτό δεν είναι απλώς συμβολικό. Σηματοδοτεί μια στροφή προς την ενεργειακή αυτάρκεια σε τοπικό επίπεδο — μια τάση που ενισχύεται από τις γεωπολιτικές αναταράξεις και την ανάγκη να μειωθεί η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Όταν η ενέργεια παράγεται εκεί που καταναλώνεται, η αλυσίδα εξάρτησης κόβεται σε πολλά σημεία ταυτόχρονα.

Η σύνδεση μεταξύ ηλιακής ενέργειας και ηλεκτρικής κινητικότητας δεν είναι τυχαία. Καθώς το δίκτυο γίνεται πιο “πράσινο”, το ηλεκτρικό αυτοκίνητο γίνεται αυτόματα πιο καθαρό — χωρίς να αλλάξει τίποτα στο ίδιο το όχημα. Ένα EV που φορτίζεται από ηλιακή ενέργεια έχει ουσιαστικά μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα στη λειτουργία του. Αυτή η δυναμική κάνει τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και στην ηλεκτροκίνηση να λειτουργούν συνεργιστικά, όχι παράλληλα.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η υποδομή θα ακολουθήσει τον ρυθμό της ζήτησης. Σταθμοί φόρτισης, δίκτυα διανομής, προσιτές τιμές για τα ίδια τα οχήματα — όλα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδια, ιδιαίτερα για νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα. Η κρίση του πετρελαίου μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση, αλλά αν η μετάβαση αυτή δεν είναι προσβάσιμη σε όλους, απλώς αλλάζει το πρόσωπο της ανισότητας — δεν την εξαλείφει.

Κβαντική τεχνολογία: πέντε τρόποι που θα αλλάξει την καθημερινότητά μας

Η κβαντική τεχνολογία περνά από τα εργαστήρια στην πράξη, με δισεκατομμύρια επενδύσεων και πρωτότυπα που δοκιμάζονται ήδη σε πραγματικές συνθήκες. Από την ανακάλυψη φαρμάκων και την ασφαλή επικοινωνία έως την τεχνητή νοημοσύνη και τη ναυτιλία χωρίς GPS, οι εφαρμογές της αγγίζουν σχεδόν κάθε τομέα. Η κβαντική εποχή δεν είναι πλέον θεωρητική υπόθεση — είναι ζήτημα χρόνου.

Η IBM παρουσίασε δύο νέους κβαντικούς υπερυπολογιστές. Η Δανία ανακοίνωσε σχέδια για τον «ισχυρότερο εμπορικό κβαντικό υπολογιστή στον κόσμο». Και σε δεκάδες ερευνητικά κέντρα ανά τον κόσμο, πρωτότυπα που μέχρι πρότινος υπήρχαν μόνο σε επιστημονικά άρθρα αρχίζουν να δοκιμάζονται σε πραγματικές συνθήκες. Η κβαντική τεχνολογία δεν είναι πλέον αφηρημένη φυσική — γίνεται μηχανική πραγματικότητα.

Στον πυρήνα της βρίσκεται η κβαντική μηχανική, ο κλάδος της φυσικής που περιγράφει πώς συμπεριφέρεται η ύλη σε ατομικές και υποατομικές κλίμακες. Εκεί, τα σωματίδια μπορούν να βρίσκονται ταυτόχρονα σε πολλές καταστάσεις — αυτό λέγεται υπέρθεση — και να παραμένουν συνδεδεμένα μεταξύ τους ανεξάρτητα από την απόσταση, φαινόμενο γνωστό ως κβαντική διεμπλοκή. Αυτές οι ιδιότητες, που κάποτε φαίνονταν σχεδόν παράλογες, σήμερα μηχανεύονται σε υπολογιστές, αισθητήρες και δίκτυα επικοινωνίας νέας γενιάς.

Στην ιατρική και τη χημεία, ένας κβαντικός υπολογιστής μπορεί να προσομοιώσει ταυτόχρονα χιλιάδες πιθανά μόρια και τις αλληλεπιδράσεις τους μέσα στον οργανισμό — κάτι που οι κλασικοί υπερυπολογιστές δεν μπορούν να κάνουν σε χρήσιμο χρόνο. Αυτό σημαίνει ταχύτερη ανακάλυψη φαρμάκων, καλύτερη κατανόηση βιολογικών διεργασιών και νέα υλικά για μπαταρίες υψηλής απόδοσης ή καταλύτες που μειώνουν τις εκπομπές ρύπων. Η πλήρης εμπορική αξιοποίηση δεν έχει φτάσει ακόμα, αλλά τα πρώτα υβριδικά συστήματα — που συνδυάζουν κβαντική και κλασική επεξεργασία — ήδη δείχνουν τι έρχεται.

Οι κβαντικοί αισθητήρες αποτελούν μια άλλη κατηγορία με άμεσες εφαρμογές. Εκμεταλλευόμενοι φαινόμενα όπως η υπέρθεση, μπορούν να ανιχνεύουν αλλαγές που τα συμβατικά όργανα αδυνατούν να καταγράψουν. Πλοία και αεροσκάφη θα μπορούσαν να πλοηγούνται χωρίς GPS, διαβάζοντας τις μαγνητικές και βαρυτικές διακυμάνσεις της Γης. Στην ιατρική, πιο ευαίσθητα συστήματα απεικόνισης θα επέτρεπαν διαγνώσεις χωρίς επεμβατικές μεθόδους. Στο περιβάλλον, θα μπορούσαν να εντοπίζουν ρύπους σε ίχνη ή να προειδοποιούν για σεισμική δραστηριότητα με πρωτοφανή ακρίβεια.

Στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, η κβαντική τεχνολογία παίζει και τους δύο ρόλους ταυτόχρονα: απειλή και λύση. Οι κβαντικοί υπολογιστές πλησιάζουν στο σημείο όπου θα μπορούν να σπάσουν τα σημερινά συστήματα κρυπτογράφησης, όπως το RSA που προστατεύει τις διαδικτυακές συναλλαγές. Παράλληλα, η κβαντική κρυπτογραφία — και ειδικά η κβαντική διανομή κλειδιών — προσφέρει επικοινωνία που είναι θεωρητικά αδύνατο να υποκλαπεί. Κυβερνήσεις και στρατιωτικές υπηρεσίες το έχουν ήδη αναγνωρίσει ως στρατηγική προτεραιότητα. Για τον απλό χρήστη, αυτό μεταφράζεται σε ισχυρότερη ψηφιακή ιδιωτικότητα και μικρότερο κίνδυνο κυβερνοεπιθέσεων.

Τέλος, η σύνδεση με την τεχνητή νοημοσύνη είναι ίσως η πιο φιλόδοξη προοπτική. Η εκπαίδευση μεγάλων μοντέλων AI απαιτεί τεράστια υπολογιστική ισχύ. Κβαντικοί αλγόριθμοι θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη μηχανική μάθηση, να βελτιστοποιήσουν αρχιτεκτονικές νευρωνικών δικτύων και να επεξεργαστούν σύνολα δεδομένων που σήμερα είναι απλώς πολύ μεγάλα. Το αποτέλεσμα: AI συστήματα που μαθαίνουν γρηγορότερα, κατανοούν καλύτερα το πλαίσιο και ανοίγουν δρόμο σε εφαρμογές που σήμερα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε.

Η κβαντική εποχή δεν έχει φτάσει ακόμα πλήρως — αλλά δεν είναι και μακριά. Το ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά αν οι κοινωνίες, τα εκπαιδευτικά συστήματα και οι κυβερνήσεις θα είναι έτοιμες να τη διαχειριστούν όταν έρθει.

Η Anthropic κόβει το OpenClaw από τις συνδρομές Claude

Από τις 4 Απριλίου, οι συνδρομητές του Claude δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν το δημοφιλές εργαλείο OpenClaw μέσω της συνδρομής τους. Η Anthropic ζητά πλέον ξεχωριστή χρέωση για third-party εργαλεία, επικαλούμενη πίεση στην υποδομή της.

Η Anthropic έκανε μια κίνηση που δυσαρέστησε αρκετούς χρήστες της: από τις 4 Απριλίου στις 3 μ.μ. ET, οι συνδρομητές του Claude δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν third-party εργαλεία όπως το OpenClaw μέσω των ορίων της συνδρομής τους. Αν θέλουν να συνεχίσουν να το χρησιμοποιούν, θα πρέπει να πληρώνουν ξεχωριστά, μέσω ενός “pay-as-you-go” μοντέλου ή με ένα API key.

Το OpenClaw είχε γνωρίσει εκρηκτική άνοδο στην αρχή του χρόνου, όταν χρήστες ανακάλυψαν ότι μπορούσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά εισερχόμενα email, ημερολόγια, ακόμα και check-in σε πτήσεις — όλα αυτοματοποιημένα μέσω του Claude. Η δημοτικότητά του, όμως, φαίνεται πως άσκησε σημαντική πίεση στην υποδομή της Anthropic, η οποία αποφάσισε να θέσει όρια.

Ο Boris Cherny, executive του Claude Code στην Anthropic, εξήγησε δημόσια τη λογική πίσω από την απόφαση: οι συνδρομές δεν είχαν σχεδιαστεί για τα μοτίβα χρήσης που δημιουργούν τα third-party εργαλεία. Η εταιρεία λέει ότι θέλει να διαχειριστεί την ανάπτυξή της με βιώσιμο τρόπο, δίνοντας προτεραιότητα στους χρήστες των δικών της προϊόντων και API. Ως αντιστάθμισμα, οι συνδρομητές λαμβάνουν μια εφάπαξ πίστωση ίση με το κόστος του μηνιαίου πλάνου τους, ενώ υπάρχει και η επιλογή πλήρους επιστροφής χρημάτων.

Η κίνηση αποκτά επιπλέον ενδιαφέρον αν ληφθεί υπόψη ότι ο δημιουργός του OpenClaw, Peter Steinberger, εργάζεται πλέον στην OpenAI — τον κύριο ανταγωνιστή της Anthropic. Ο Steinberger δήλωσε ότι αυτός και ο board member Dave Morin προσπάθησαν να πείσουν την Anthropic να αναθεωρήσει, καταφέρνοντας μόνο να καθυστερήσουν την αλλαγή κατά μία εβδομάδα. Η Anthropic δεν έχει σχολιάσει δημόσια τη σχέση αυτή, αλλά είναι δύσκολο να αγνοηθεί η σύμπτωση.

Η απόφαση αυτή υπογραμμίζει μια ευρύτερη τάση στον χώρο του AI: οι μεγάλες εταιρείες αρχίζουν να οριοθετούν πιο αυστηρά το οικοσύστημα γύρω από τα μοντέλα τους, ευνοώντας τα δικά τους εργαλεία έναντι third-party λύσεων. Για τους χρήστες που είχαν χτίσει ροές εργασίας γύρω από το OpenClaw, η αλλαγή σημαίνει είτε επιπλέον κόστος είτε μετάβαση σε εναλλακτικές λύσεις. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτό αποτελεί μια πρακτική απόφαση διαχείρισης υποδομής ή την αρχή μιας πιο κλειστής στρατηγικής για το Claude.

Anker Nebula P1: Ο projector που βάζει τον ήχο πάνω από όλα

Ο Nebula P1 της Anker είναι ένας φορητός projector 1080p με αποσπώμενα ηχεία που δημιουργούν πραγματικό στερεοφωνικό ήχο — κάτι σπάνιο στην κατηγορία του. Στα 799 δολάρια, απευθύνεται σε όσους θέλουν καλύτερη ακουστική εμπειρία από ό,τι συνήθως προσφέρουν οι all-in-one φορητές συσκευές.

Οι περισσότεροι φορητοί projectors αντιμετωπίζουν τον ήχο ως δευτερεύον ζήτημα. Βάζουν ένα μικρό ηχείο στο πλάι ή στο κάτω μέρος της συσκευής και θεωρούν το θέμα λήξαν. Ο Nebula P1 της Anker ακολουθεί διαφορετική φιλοσοφία: τα δύο ηχεία των 10W αποσπώνται από το σώμα του projector και τοποθετούνται εκατέρωθεν της οθόνης προβολής, δημιουργώντας αληθινό αριστερό και δεξί κανάλι. Το αποτέλεσμα είναι αισθητά καλύτερο από ό,τι συνηθίζεται σε συσκευές αυτής της κατηγορίας.

Η εικόνα είναι αξιοπρεπής για τα δεδομένα της κατηγορίας. Τα 650 ANSI Lumens από την LED πηγή φωτός αποδίδουν ικανοποιητικά σε σκοτεινούς χώρους και σε κοντινές επιφάνειες, αλλά δεν αντέχουν σε περιβάλλοντα με πολύ φυσικό φως. Η ανάλυση 1080p παραμένει το πρακτικό πρότυπο για φορητούς projectors αυτής της τιμής, και ο P1 δεν αποτελεί εξαίρεση. Το Google TV φορτώνει σε περίπου 50 δευτερόλεπτα από κρύα εκκίνηση, ενώ από αναμονή χρειάζεται μόλις 5 δευτερόλεπτα.

Ο ήχος, ωστόσο, είναι αυτός που ξεχωρίζει τον P1. Τα αποσπώμενα ηχεία κολλούν μαγνητικά σε μεταλλικές επιφάνειες και φορτίζουν αυτόματα όταν συνδεθούν στο σώμα του projector. Η αυτονομία τους φτάνει τις 20 ώρες, και μπορούν να φορτιστούν μέσω USB-C ακόμα και κατά τη διάρκεια αναπαραγωγής. Η συσκευή λειτουργεί επίσης ως αυτόνομο Bluetooth ηχείο με απενεργοποιημένο τον λαμπτήρα — χρήσιμο χαρακτηριστικό για καθημερινή χρήση. Τα μπάσα είναι αδύναμα, κάτι αναμενόμενο για ηχεία αυτού του μεγέθους χωρίς subwoofer, αλλά για φωνητικά και μεσαίες συχνότητες η απόδοση είναι εντυπωσιακή.

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι η απουσία ενσωματωμένης μπαταρίας. Ο P1 τροφοδοτείται από πρίζα ή από εξωτερικό power bank 100W μέσω USB-C, κάτι που περιορίζει την πραγματική φορητότητά του. Σε μία ώρα streaming Netflix στη μέγιστη φωτεινότητα καταναλώνει 51Wh, που σημαίνει ότι ένα τυπικό power bank των 99Wh δεν αρκεί για μια ταινία δύο ωρών. Το σύστημα αυτόματης ανίχνευσης οθόνης και αποφυγής εμποδίων λειτουργεί ανομοιόμορφα, και η εναλλακτική λύση μέσω της εφαρμογής Nebula Connect είναι αδέξια στη χρήση.

Ο Nebula P1 δεν είναι ο πιο φορητός projector της αγοράς, ούτε ο πιο φωτεινός. Είναι όμως ο projector που ακούγεται καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην κατηγορία του — και για πολλούς χρήστες αυτό μπορεί να είναι αρκετό.

Τηγανητές πατάτες με λιγότερο λάδι — και χωρίς να χάσουν τη γεύση τους

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόι ανέπτυξαν μια νέα μέθοδο μαγειρέματος που συνδυάζει παραδοσιακό τηγάνισμα με θέρμανση μικροκυμάτων. Το αποτέλεσμα: τηγανητές πατάτες με σημαντικά μειωμένη περιεκτικότητα σε λίπος, χωρίς συμβιβασμούς στη γεύση ή την τραγανή υφή.

Οι τηγανητές πατάτες είναι από τα πιο αγαπημένα φαγητά παγκοσμίως — και ταυτόχρονα από τα πιο επιβαρυντικά για την υγεία. Η υψηλή περιεκτικότητά τους σε λίπος τις συνδέει με παχυσαρκία, υπέρταση και μια σειρά από καρδιαγγειακά προβλήματα. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόι αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν αυτό το δίλημμα από τη ρίζα του: όχι αλλάζοντας τη συνταγή, αλλά επανασχεδιάζοντας τον ίδιο τον τρόπο που μαγειρεύονται.

Η λύση που προτείνουν, δημοσιευμένη σε δύο μελέτες στα επιστημονικά περιοδικά Current Research in Food Science και The Journal of Food Science, είναι ένας συνδυασμός παραδοσιακού τηγανίσματος και θέρμανσης με μικροκύματα. Η προσέγγιση φαίνεται απλή, αλλά βασίζεται σε μια λεπτομερή κατανόηση του τι συμβαίνει μέσα στην πατάτα κατά το μαγείρεμα.

Το κλειδί βρίσκεται στην πίεση. Στα πρώτα στάδια του τηγανίσματος, οι πόροι της πατάτας είναι γεμάτοι νερό, οπότε το λάδι δεν μπορεί να εισχωρήσει. Καθώς όμως η θερμοκρασία ανεβαίνει, το νερό εξατμίζεται και αφήνει κενούς χώρους. Αυτό δημιουργεί αρνητική πίεση — ένα είδος «αναρρόφησης» — που τραβά το λάδι μέσα στο φαγητό. Το μεγαλύτερο μέρος της απορρόφησης λαδιού συμβαίνει ακριβώς σε αυτή τη φάση.

Εδώ μπαίνουν τα μικροκύματα. Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό φούρνο που θερμαίνει από έξω προς τα μέσα, τα μικροκύματα διαπερνούν ολόκληρο το υλικό και θερμαίνουν από μέσα προς τα έξω. Αυτό κάνει τα μόρια του νερού να ταλαντώνονται έντονα, παράγοντας ατμό γρηγορότερα και διατηρώντας θετική πίεση μέσα στην πατάτα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα: το λάδι δυσκολεύεται να εισχωρήσει. «Όταν θερμαίνουμε κάτι σε παραδοσιακό φούρνο, η θερμότητα μεταφέρεται από έξω προς τα μέσα, αλλά ο φούρνος μικροκυμάτων θερμαίνει από μέσα προς τα έξω γιατί τα μικροκύματα διαπερνούν παντού το υλικό», εξηγεί ο Pawan Singh Takhar, επικεφαλής ερευνητής της μελέτης.

Η χρήση μόνο μικροκυμάτων, ωστόσο, δεν αρκεί. Χωρίς το παραδοσιακό τηγάνισμα, το αποτέλεσμα είναι μαλακό και άνοστο — χωρίς την τραγανή υφή που κάνει τις τηγανητές πατάτες ελκυστικές. Η λύση είναι ο συνδυασμός: το τηγάνισμα δίνει την τραγανή επιφάνεια, ενώ τα μικροκύματα μειώνουν την απορρόφηση λαδιού στο εσωτερικό. Οι ερευνητές σχεδίασαν μάλιστα ειδικό πρωτότυπο συσκευής που ενσωματώνει και τις δύο μεθόδους, παρακολουθώντας σε πραγματικό χρόνο θερμοκρασία, πίεση, υγρασία και περιεκτικότητα σε λάδι.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι πότε — και αν — μια τέτοια τεχνολογία θα φτάσει στη βιομηχανία τροφίμων ή στις οικιακές κουζίνες. Η έρευνα δείχνει ότι ο συνδυασμός είναι εφικτός και αποτελεσματικός, αλλά ο δρόμος από το εργαστήριο στο πιάτο μας είναι συνήθως μακρύς. Αν πετύχει, ίσως αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τα «ανθυγιεινά» φαγητά — όχι ως κάτι που πρέπει να αποφεύγουμε, αλλά ως κάτι που μπορούμε να μαγειρεύουμε καλύτερα.

Ένα χάπι για όλους τους ιούς: από τη γρίπη και το covid ως το νοροϊό

Ένα παλιό φάρμακο για τον καρκίνο του μαστού, που είχε εγκαταλειφθεί εδώ και είκοσι χρόνια, ανακαλύφθηκε εκ νέου χάρη σε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης — και τώρα δείχνει να αναστέλλει ένα εντυπωσιακά ευρύ φάσμα ιών. Αν επιβεβαιωθεί σε κλινικές δοκιμές, θα μπορούσε να γίνει το πρώτο αντιιικό χάπι ευρέος φάσματος που παίρνεις στο σπίτι — ανεξάρτητα από το αν έχεις γρίπη, covid ή κάτι άλλο.

Φανταστείτε να αρρωσταίνετε, να μην ξέρετε αν έχετε γρίπη, covid-19 ή RSV, και να παίρνετε ένα μόνο χάπι που καλύπτει όλες τις περιπτώσεις. Αυτό είναι το σενάριο που επιδιώκει μια καλιφορνέζικη εταιρεία βιοτεχνολογίας, η Model Medicines, με ένα φάρμακο που ανακάλυψε — ή μάλλον ανακάλυψε εκ νέου — χάρη σε τεχνητή νοημοσύνη.

Το φάρμακο, γνωστό αρχικά ως ERA-923, είχε αναπτυχθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ως θεραπεία για τον καρκίνο του μαστού. Εγκαταλείφθηκε γρήγορα όταν οι κλινικές δοκιμές δεν έδειξαν αξιόλογα αποτελέσματα. Για δύο δεκαετίες έμεινε θαμμένο σε παλιές δημοσιεύσεις και πατέντες — μέχρι που ένα σύστημα AI ανέτρεξε σε αυτές τις πηγές και εντόπισε κάτι που οι ερευνητές δεν είχαν αρχικά αναζητήσει: την ικανότητά του να μπλοκάρει έναν κρίσιμο ιικό μηχανισμό.

Ο στόχος είναι ένα ένζυμο που ονομάζεται RNA-εξαρτώμενη RNA πολυμεράση — ουσιαστικά το «φωτοτυπικό μηχάνημα» που χρησιμοποιούν πολλοί ιοί για να αντιγράφουν το γενετικό τους υλικό και να πολλαπλασιάζονται. Η ομάδα της Model Medicines εντόπισε μια συγκεκριμένη περιοχή αυτού του ενζύμου, την αποκαλούμενη Thumb-1 domain, η οποία είναι κοινή σε πολλούς διαφορετικούς ιούς. «Θέλαμε να βρούμε ένα βιολογικό σημείο συμφόρησης — ένα μέρος όπου ένα μόνο φάρμακο εναντίον ενός μόνο στόχου θα μπορούσε να αντιμετωπίσει δεκάδες ασθένειες», λέει ο Daniel Haders, συνιδρυτής της εταιρείας.

Σε εργαστηριακές δοκιμές σε μολυσμένα κύτταρα, το φάρμακο — που μετονομάστηκε σε MDL-001 — ανέστειλε τον ιό της γρίπης Α και Β, διάφορους κοροναϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα ή covid-19, τον RSV (που μπορεί να είναι επικίνδυνος για βρέφη), τον νοροϊό και τους ιούς της ηπατίτιδας Β, C και D. Σε πειράματα σε ποντίκια με covid-19 και ηπατίτιδα, το φάρμακο μείωσε τα επίπεδα του ιού στους πνεύμονες και περιόρισε την απώλεια βάρους που προκαλεί η ασθένεια. «Απ’ όσο γνωρίζουμε, αυτό είναι το πρώτο φάρμακο που έχει ποτέ δείξει δραστικότητα σε όλες αυτές τις ιικές οικογένειες», λέει ο Haders.

Υπάρχουν, βέβαια, επιφυλάξεις. Ο Peter White από το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας επισημαίνει ότι άλλα φάρμακα που στοχεύουν την ίδια περιοχή του ενζύμου λειτουργούν μόνο εναντίον της ηπατίτιδας C, όχι άλλων ιών. Η Model Medicines ισχυρίζεται ότι το MDL-001 δεσμεύεται στο ένζυμο με διαφορετικό τρόπο, γεγονός που του επιτρέπει να δρα ευρύτερα. Ο Daniel Rawle από το ερευνητικό ινστιτούτο QIMR Berghofer στο Μπρίσμπεϊν υπενθυμίζει επίσης ότι «τα περισσότερα αντιιικά που λειτουργούν στο εργαστήριο αποτυγχάνουν σε ζωντανούς οργανισμούς» — μια προειδοποίηση που ισχύει για κάθε πρώιμη έρευνα αυτού του είδους.

Η κλινική δοκιμή σε ανθρώπους είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει στις αρχές του επόμενου έτους. Το πρώτο βήμα θα είναι η επιβεβαίωση της ασφάλειας, αν και οι παλιές δοκιμές για τον καρκίνο του μαστού είχαν δείξει ελάχιστες παρενέργειες. Αν το φάρμακο αποδειχθεί αποτελεσματικό, οι εφαρμογές του θα μπορούσαν να εκτείνονται πολύ πέρα από τις εποχικές ασθένειες — συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης μελλοντικών πανδημιών από νέους κοροναϊούς ή στελέχη γρίπης. Η ιδέα ενός χαπιού ευρέος φάσματος που παίρνεις στο σπίτι, χωρίς να χρειάζεται να ξέρεις ακριβώς τι ιό έχεις, παραμένει ακόμα υπόσχεση — αλλά για πρώτη φορά φαίνεται να έχει επιστημονικό υπόβαθρο.