Η παθητική κατανάλωση ατελείωτων σύντομων βίντεο προκαλεί ένα είδος γνωστικής κόπωσης που έχει επικρατήσει να λέγεται brain rot. Νέα μελέτη δείχνει ότι αυτή η ψηφιακή εξάντληση δεν οδηγεί κατευθείαν σε κατάθλιψη, αλλά ενεργοποιεί μια προβλέψιμη ψυχολογική αλυσίδα: πρώτα εξάντληση και burnout, στη συνέχεια άνοδος του στρες και του άγχους και, τελικά, εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Psychological Reports.
Τα τελευταία χρόνια, η χρήση των κοινωνικών δικτύων έχει μετατοπιστεί από την ενεργή επικοινωνία στην παθητική παρακολούθηση. Αλγοριθμικές πλατφόρμες τροφοδοτούν τους χρήστες με αδιάκοπα, υψηλής διέγερσης, σύντομα βίντεο. Αυτή η δομική αλλαγή έχει τροποποιήσει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι επεξεργάζονται την πληροφορία καθημερινά.
Μια ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Hasan Batmaz, μαζί με τις Cemile Büşra Özsağır και Halise Arslan Şekkeli από το Karabük University στην Τουρκία, επιχείρησε να αποτυπώσει το ψυχολογικό κόστος αυτής της μετάβασης. Εστίασαν σε αυτό που η διαδικτυακή κουλτούρα έχει βαφτίσει brain rot, όρος που απέκτησε τόσο μεγάλη απήχηση ώστε η Oxford University Press τον ανέδειξε λέξη της χρονιάς για το 2024.
Οι ερευνητές θέλησαν να μεταφέρουν τον όρο από τη διαδικτυακή αργκό σε μετρήσιμη ψυχολογική κατάσταση. Ορίζουν το brain rot ως κατάσταση νοητικής θολούρας, κατακερματισμένης προσοχής και γνωστικής υπερφόρτωσης, που προκύπτει από τη συνεχή έκθεση σε χαμηλής ποιότητας ψηφιακό περιεχόμενο. Είναι διαφορετικό από το κλασικό τεχνολογικό στρες, που συνδέεται με απαιτητικά φορτία εργασίας ή την πίεση εκμάθησης νέου λογισμικού.
Διαφέρει επίσης από τον εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια. Οι gamers βιώνουν υψηλή διέγερση και ενεργή ενασχόληση με εικονικούς κόσμους. Αντίθετα, όσοι παγιδεύονται σε αλγοριθμικά loops του scrolling λειτουργούν παθητικά, σε μια «ζόμπι» κατάσταση, με μειωμένο αυτοέλεγχο.
Για να εξηγήσουν το φαινόμενο, αξιοποίησαν τη θεωρία του γνωστικού φορτίου. Σύμφωνα με αυτή, η εργαζόμενη μνήμη έχει πολύ περιορισμένη χωρητικότητα. Τα σύντομα βίντεο επιβάλλουν στο μυαλό διαδοχικές, ταχύτατες εναλλαγές πλαισίου με κάθε κίνηση του δαχτύλου.
Ένας χρήστης μπορεί να περάσει από ένα κωμικό σκετς σε μια τραγική είδηση και μετά σε ένα μάθημα μαγειρικής μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα. Ο εγκέφαλος δεν προλαβαίνει να ξεκουραστεί, να επεξεργαστεί την πληροφορία ή να σχηματίσει μακροπρόθεσμες μνήμες. Αυτός ο αδιάκοπος καταιγισμός λειτουργεί ως εξωγενές φορτίο που κατακλύζει πλήρως το σύστημα.
Ο εγκέφαλος προσπαθεί να εξοικονομήσει ενέργεια επιβραδύνοντας και αμβλύνοντας τις συναισθηματικές αντιδράσεις. Ωστόσο, τα απρόβλεπτα «ανταμειβόμενα» ερεθίσματα των αλγορίθμων κρατούν ενεργά τα μονοπάτια της ντοπαμίνης. Έτσι, ο χρήστης μένει παγιδευμένος στον κύκλο του scrolling, ενώ οι γνωστικοί του πόροι έχουν σχεδόν εξαντληθεί.
Για να δουν πώς αυτή η αποστράγγιση επηρεάζει την ψυχική ευημερία, οι ερευνητές συνέλεξαν δεδομένα από 439 νέους ενήλικες. Πάνω από τους μισούς δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα πέντε ώρες ή και περισσότερο κάθε μέρα. Περίπου το ένα τέταρτο αφιερώνει τουλάχιστον επτά ώρες στο scrolling.
Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν μια νέα κλίμακα που αποτυπώνει τα επίπεδα γνωστικής κόπωσης από την ψηφιακή έκθεση. Παράλληλα, απάντησαν σε επικυρωμένα ψυχομετρικά εργαλεία για burnout, στρες, άγχος και κατάθλιψη. Επειδή οι άνθρωποι διαφέρουν στην ικανότητά τους να διαχειρίζονται τη συναισθηματική δυσφορία, οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τη συναισθηματική δυσρύθμιση.
Η δυσρύθμιση αποτυπώνει το πόσο καλά κάποιος αναγνωρίζει και ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Ελέγχοντας αυτόν τον παράγοντα, η ομάδα μπόρεσε να απομονώσει καλύτερα τα ειδικά αποτελέσματα της ψηφιακής κόπωσης στην ψυχική υγεία. Τα δεδομένα αποκάλυψαν ένα σαφές μονοπάτι διαμεσολάβησης από την κατανάλωση περιεχομένου έως την ψυχολογική δυσφορία.
Όταν συνυπολογίστηκαν τα ενδιάμεσα ψυχολογικά βάρη, το brain rot δεν προέκυψε ως στατιστικά σημαντικός άμεσος προγνωστικός δείκτης της κατάθλιψης. Η νοητική κόπωση από το scrolling δεν καθιστά κάποιον αμέσως καταθλιπτικό. Αντίθετα, λειτουργεί ως σοβαρή αποστράγγιση των ψυχολογικών αποθεμάτων.
Η μελέτη έδειξε ότι το brain rot προβλέπει ισχυρά το burnout. Το burnout αποτελεί κρίσιμο μεταβατικό στάδιο στον ψηφιακό κύκλο ψυχικής επιβάρυνσης. Όταν η νοητική και συναισθηματική ενέργεια εξαντλείται από την ατελείωτη κατανάλωση ψηφιακού περιεχομένου, ο άνθρωπος δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις συνήθεις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Η έλλειψη εσωτερικών πόρων πυροδοτεί δευτερογενείς αντιδράσεις. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το burnout αυξάνει άμεσα το στρες και το άγχος. Καθώς αυτά εντείνονται, το άτομο βυθίζεται περαιτέρω στη δυσφορία.
Τελικά, ο συνδυασμός υψηλού στρες και άγχους οδηγεί σε συμπτώματα κατάθλιψης. Οι ερευνητές περιγράφουν την κατάθλιψη ως μια τελική κατάσταση αμυντικού «σβησίματος», όπου ένα υπερφορτωμένο σύστημα παύει τις ενεργές προσπάθειες αντιμετώπισης. Σ’ αυτό το τελικό στάδιο, ο εγκέφαλος αποσύρεται για να διαφυλάξει όση ενέργεια απομένει.
Αυτή η προοδευτική ακολουθία συχνά αποκαλείται loss spiral: μια αρχική απώλεια ενέργειας γεννά αναπόδραστα νέες, επιταχυνόμενες απώλειες. Το ατελείωτο scrolling λειτουργεί ως αρχικός καταλύτης αυτής της πορείας.
Η μελέτη ανέδειξε και διαφορές φύλου στον τρόπο που εξελίσσονται αυτά τα βάρη. Οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα γνωστικής κόπωσης και burnout σε σχέση με τους άνδρες. Δήλωσαν επίσης περισσότερο στρες και άγχος συνδεδεμένα με τις ψηφιακές τους συνήθειες.
Παρά τις διαφορές στα πρώιμα στάδια, άνδρες και γυναίκες ανέφεραν παρόμοια συνολικά επίπεδα κατάθλιψης. Η ερευνητική ομάδα σημειώνει ότι η κατάθλιψη είναι πολυπαραγοντική και δεν διαμορφώνεται μόνο από τις ψηφιακές ρουτίνες. Η έμφυτη ικανότητα ρύθμισης των συναισθημάτων επηρέασε σημαντικά τη βαρύτητα των συμπτωμάτων για όλους.
Όσοι δυσκολεύονταν με τη συναισθηματική δυσρύθμιση εμφάνισαν εντονότερα burnout, στρες και άγχος. Η καλλιέργεια συναισθηματικής ευελιξίας μπορεί να λειτουργήσει ως φυσικό «μαξιλάρι» απέναντι στον καταιγισμό περιεχομένου. Άτομα που επεξεργάζονται αποτελεσματικά την απογοήτευση και την ανία είναι λιγότερο πιθανό να φτάσουν στα βαθύτερα σημεία της απώλειας.
Τα ευρήματα μπορούν να καθοδηγήσουν μελλοντικές κλινικές παρεμβάσεις για την ψηφιακή κόπωση. Η σύσταση «άφησε το κινητό» συχνά αποτυγχάνει ως μοναδική παρέμβαση. Θεραπείες που στοχεύουν στην αποκατάσταση των εξαντλημένων συναισθηματικών πόρων και στη διαχείριση του burnout ίσως αποδειχθούν αποτελεσματικότερες για να ανακοπεί η πορεία προς την κατάθλιψη.
Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ορισμένους περιορισμούς. Η έρευνα είναι διατομεακή, με δεδομένα από μία χρονική στιγμή, άρα δεν μπορεί να αποδείξει μακροχρόνια αλληλουχία γεγονότων. Αν και τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με καθιερωμένα ψυχολογικά μοντέλα, η παρακολούθηση ατόμων σε βάθος χρόνου θα έδινε πιο ισχυρές ενδείξεις αιτιότητας.
Η μελέτη βασίστηκε επίσης σε υποκειμενικά ερωτηματολόγια. Οι συμμετέχοντες μπορεί να υποτιμούν τη χρήση τους ή να παρερμηνεύουν την έκταση της γνωστικής τους έκπτωσης. Η ενσωμάτωση αντικειμενικών δεδομένων, όπως πραγματικός χρόνος οθόνης από λογισμικό παρακολούθησης, θα ενίσχυε τις μελλοντικές έρευνες.
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν φοιτητές, ένα στενό δημογραφικό δείγμα. Μεγαλύτεροι ενήλικες ή μικρά παιδιά ίσως επεξεργάζονται διαφορετικά τα ψηφιακά μέσα. Η διεύρυνση της ηλικιακής βάσης θα δείξει αν το loss spiral αποτελεί καθολική ανθρώπινη αντίδραση στα αλγοριθμικά μέσα.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν, τέλος, να μη στιγματίζονται οι συνηθισμένες πρακτικές μιας γενιάς ως εγγενώς παθολογικές. Παρότι η υπερβολική ψηφιακή κατανάλωση έχει πραγματικό ψυχικό κόστος, στόχος δεν είναι ο ηθικός πανικός γύρω από την τεχνολογία, αλλά η αξιολόγηση των εθιστικών σχεδιαστικών στοιχείων των ίδιων των πλατφορμών.
Η μελέτη, “The Cognitive Cost of Brain Rot: Indirect Effects on Depression via Burnout, Stress, and Anxiety”, υπογράφεται από τους Hasan Batmaz, Cemile Büşra Özsağır και Halise Arslan Şekkeli.