Το Ιράν φαίνεται να έχει αντικαταστήσει το αμερικανικό GPS με το κινέζικο σύστημα δορυφορικής πλοήγησης BeiDou, βελτιώνοντας δραματικά την ακρίβεια των πυραύλων του. Αν επιβεβαιωθεί, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια τεχνική αναβάθμιση — αποτελεί ένδειξη ότι η τεχνολογική κυριαρχία των ΗΠΑ στο πεδίο της μάχης αρχίζει να αμφισβητείται.
Για δεκαετίες, το GPS ήταν ο αόρατος κυρίαρχος του σύγχρονου πολέμου. Κάθε πύραυλος που χτυπούσε με χιλιοστομετρική ακρίβεια, κάθε drone που έβρισκε τον στόχο του στη μέση της νύχτας, εξαρτιόταν από το αμερικανικό δορυφορικό δίκτυο. Αυτή η εξάρτηση έδινε στις ΗΠΑ ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: μπορούσαν, θεωρητικά, να «κλείσουν τη στρόφιγγα» σε οποιονδήποτε αντίπαλο. Τώρα, αυτό το πλεονέκτημα φαίνεται να διαβρώνεται.
Σύμφωνα με αναλυτές και πρώην αξιωματούχους μυστικών υπηρεσιών, το Ιράν έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί το κινέζικο σύστημα πλοήγησης BeiDou για την καθοδήγηση των βαλλιστικών πυραύλων και των drones του. Ο Alain Juillet, πρώην διευθυντής της γαλλικής εξωτερικής υπηρεσίας πληροφοριών, επεσήμανε σε podcast ότι η αξιοσημείωτη βελτίωση στην ακρίβεια των ιρανικών πυραύλων κατά τις πρόσφατες επιθέσεις εναντίον ισραηλινών και αμερικανικών στόχων δεν εξηγείται εύκολα χωρίς να ληφθεί υπόψη η πρόσβαση σε ένα ανώτερο σύστημα πλοήγησης. Το ιρανικό υπουργείο Τεχνολογίας, από την πλευρά του, δήλωσε απλώς ότι η χώρα «χρησιμοποιεί όλες τις διαθέσιμες τεχνολογικές δυνατότητες και δεν εξαρτάται από μία μόνο πηγή» — μια διατύπωση που δεν επιβεβαιώνει, αλλά σίγουρα δεν αρνείται τίποτα.
Το BeiDou δεν είναι απλώς ένα κινέζικο αντίγραφο του GPS. Η Κίνα ξεκίνησε να το αναπτύσσει μετά την κρίση του Στενού της Ταϊβάν το 1996, όταν συνειδητοποίησε πόσο επικίνδυνο είναι να εξαρτάσαι από υποδομές που ελέγχει ο αντίπαλός σου. Το αποτέλεσμα, που παρουσιάστηκε στην τελική του μορφή το 2020, είναι ένα δίκτυο άνω των 45 δορυφόρων — σημαντικά περισσότεροι από τους 24 του GPS ή του ευρωπαϊκού Galileo. Η ακρίβειά του για στρατιωτικές εφαρμογές εκτιμάται κάτω από ένα μέτρο, ενώ διαθέτει και ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: σύστημα επικοινωνίας δύο κατευθύνσεων που επιτρέπει την αποστολή εντολών σε πυραύλους ή drones ακόμα και αφού έχουν εκτοξευθεί, σε απόσταση έως 2.000 χιλιομέτρων.
Ο ερευνητής Theo Nencini υποστηρίζει ότι η συνεργασία Ιράν-Κίνας στον τομέα αυτό ξεκίνησε ήδη από το 2015, με μια συμφωνία ενσωμάτωσης του BeiDou στις ιρανικές στρατιωτικές υποδομές, και επιταχύνθηκε μετά τη στρατηγική συμφωνία των δύο χωρών το 2021. Η λογική είναι απλή: οι παλαιότεροι ιρανικοί πύραυλοι βασίζονταν κυρίως σε αδρανειακή πλοήγηση, δηλαδή σε αισθητήρες που μετρούν την κίνηση του ίδιου του πυραύλου. Το πρόβλημα είναι ότι τα μικρά σφάλματα συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου, με αποτέλεσμα ο πύραυλος να αποκλίνει από τον στόχο. Τα δορυφορικά σήματα διορθώνουν αυτά τα σφάλματα σε πραγματικό χρόνο. Και αν χρησιμοποιούνται πολλαπλά συστήματα ταυτόχρονα, η παρεμβολή ή η απενεργοποίηση του σήματος γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.
Οι στρατηγικές συνέπειες, αν επιβεβαιωθούν τα παραπάνω, είναι βαθιές. Η ικανότητα των ΗΠΑ να «τυφλώνουν» τους αντιπάλους τους αποκλείοντάς τους από το GPS αποτελούσε έναν από τους πυλώνες της τεχνολογικής τους υπεροχής. Ένας κόσμος όπου αντίπαλοι μπορούν να στραφούν σε εναλλακτικά δίκτυα — κινέζικα, ρωσικά, ευρωπαϊκά — είναι ένας κόσμος όπου αυτή η υπεροχή δεν είναι πλέον δεδομένη. Κάποιοι αναλυτές προχωρούν ακόμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι η Κίνα χρησιμοποιεί ενεργά τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ως πεδίο δοκιμών για τα συστήματά της, αξιολογώντας την αποτελεσματικότητά τους απέναντι στα πιο προηγμένα αμερικανικά αντίμετρα. Αν αυτό ισχύει, τότε κάθε πύραυλος που φτάνει στον στόχο του δεν είναι μόνο μια στρατιωτική επιτυχία για το Ιράν — είνα