Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ήδη σημαντικά τις αποδόσεις των καλλιεργειών και οι οικονομικές απώλειες που ακολουθούν αναμένεται να αυξηθούν όσο ο πλανήτης συνεχίζει να θερμαίνεται.
Οι οικονομίες χωρών όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού απασχολείται στη γεωργία θα δεχθούν το μεγαλύτερο πλήγμα.
Η θερμότητα και η ξηρασία που τροφοδοτούνται από την υπερθέρμανση έχουν ήδη πλήξει τις αποδόσεις του αραβόσιτου, του σιταριού και της σόγιας κατά 20 δισ. δολάρια τον χρόνο, σύμφωνα με εκτίμηση μελέτης. Αν δεν μειωθούν δραστικά οι εκπομπές, το ποσό αυτό μπορεί να αυξηθεί οκταπλάσια και να ξεπεράσει τα 160 δισ. δολάρια έως το 2100.
Παρότι οι οικονομικές απώλειες θα είναι μεγαλύτερες για μεγάλους παραγωγούς, όπως οι ΗΠΑ, οι επιπτώσεις θα γίνουν πιο έντονες στις χώρες με τα χαμηλότερα εισοδήματα, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού εργάζεται στη γεωργία, λέει η Yi Ling Hwong από το International Institute for Applied Systems Analysis (IIASA) στην Αυστρία. «Αν κοιτάξετε τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Αφρικής, ο αντίκτυπος είναι πολύ μεγαλύτερος», σημειώνει. Αυτό, προειδοποιεί, μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές αναταραχές και αυξημένη μετανάστευση.
Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σε τέτοιου είδους προβλέψεις, κυρίως επειδή πολλά εξαρτώνται από το πώς θα αντιδράσουν και θα προσαρμοστούν οι αγρότες σε ένα κλίμα που αλλάζει συνεχώς, για παράδειγμα με τη στροφή σε διαφορετικές καλλιέργειες ή με την υιοθέτηση άρδευσης όπου αυτό είναι εφικτό. Στην πραγματικότητα, ο σκοπός της μελέτης είναι να ευαισθητοποιήσει και να ενθαρρύνει την προσαρμογή, ώστε οι προβλέψεις να αποδειχθούν υπερεκτιμήσεις, λέει το μέλος της ομάδας Kai Kornhuber, επίσης από το IIASA. «Αυτή είναι ολόκληρη η αποστολή των επιστημόνων του κλίματος: παρουσιάζουμε αυτά τα στοιχεία ώστε οι άνθρωποι να αντιδράσουν, για να αποδειχθούν οι προβλέψεις μας λανθασμένες».
Οι ερευνητές ξεκίνησαν συγκεντρώνοντας δεδομένα για τις αποδόσεις ανά χώρα του αραβόσιτου, του σιταριού και της σόγιας από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO). Στη συνέχεια, χρησιμοποίησαν παλαιότερα κλιματικά δεδομένα και υπολόγισαν το επίπεδο ξηρασίας, με μια καθιερωμένη προσέγγιση που εκτιμά τα επίπεδα υγρασίας του εδάφους με βάση τις βροχοπτώσεις και την εξάτμιση.
Τα ακραία κύματα ζέστης και τα επίπεδα ξηρασίας του παρελθόντος συγκρίθηκαν έπειτα με τις αποδόσεις από το 1974 έως το 2004, ώστε να εκτιμηθεί η επίδραση της θερμότητας και της ξηρασίας. Με βάση αυτές τις στατιστικές συσχετίσεις, οι ερευνητές υπολόγισαν τις απώλειες στις καλλιέργειες για την περίοδο 2007-2019. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αύξηση των ακραίων θερμοκρασιών και της ξηρασίας έχει προκαλέσει μείωση των αποδόσεων κατά 3,5% σε σχέση με τη βάση αναφοράς του 1974-2004. «Το 3% μπορεί να μην ακούγεται πολύ, αλλά πρόκειται για μεγάλη επίδραση στην παγκόσμια αγορά τροφίμων, η οποία σε τοπικό επίπεδο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή κρίση», λέει ο Kornhuber.
Οι ερευνητές υπολόγισαν στη συνέχεια τις οικονομικές απώλειες, με βάση στοιχεία του FAO για το πόσα θα είχαν πληρωθεί οι αγρότες για τα προϊόντα τους την αντίστοιχη περίοδο. Τέλος, χρησιμοποίησαν την ίδια προσέγγιση για να προβλέψουν μελλοντικές απώλειες σε διάφορα σενάρια εκπομπών, θεωρώντας ότι θα υπάρξει κάποια προσαρμογή.
Σε ένα σενάριο υψηλών εκπομπών, γνωστό ως SSP3-7.0, οι παγκόσμιες αποδόσεις θα μειωθούν κατά περίπου 35% έως το 2100, με τις ετήσιες απώλειες να ξεπερνούν τα 161 δισ. δολάρια. «Οι απώλειες στην παραγωγή που προκαλούνται από θερμότητα και ξηρασία φτάνουν περίπου τους 855 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο», λέει η Hwong, η οποία παρουσίασε τα αποτελέσματα σε συνέδριο της European Geosciences Union στη Βιέννη, τον Μάιο. «Νομίζω ότι αυτό ισοδυναμεί με όσα καταναλώνουν περίπου 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι μέσα σε έναν χρόνο».
Αυτό μπορεί να αποτελεί υποεκτίμηση της συνολικής επίδρασης της κλιματικής αλλαγής για αρκετούς λόγους: αφορά μόνο τρεις καλλιέργειες και δεν περιλαμβάνει ζημιές από πλημμύρες, καταιγίδες ή βροχή, ούτε το ενδεχόμενο οι ελλείψεις να οδηγήσουν σε μεγάλες αυξήσεις τιμών, όπως ήδη συμβαίνει με άλλες καλλιέργειες, όπως ο καφές και το κακάο.
Ο Jonas Jägermeyr από το Columbia University στη Νέα Υόρκη υποστηρίζει ότι η προσήλωση της μελέτης στις στατιστικές σχέσεις μεταξύ απωλειών στις αποδόσεις και ακραίας θερμότητας και ξηρασίας μπορεί να την οδηγήσει σε υπερεκτίμηση των επιπτώσεων έως το 2100. «Τα στατιστικά μοντέλα αποδόσεων είναι εξαιρετικά για να εξηγούν τι συμβαίνει τώρα και τι συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν ή στο άμεσο μέλλον, αλλά είναι εγγενώς αναξιόπιστα όταν εφαρμόζονται σε πολύ διαφορετικά περιβαλλοντικά καθεστώτα, όπως τα σενάρια υψηλών εκπομπών στο τέλος του αιώνα», λέει. Όπως προσθέτει, τα υπολογιστικά μοντέλα για το πώς επηρεάζονται τα φυτά από την αύξηση του CO2 και των θερμοκρασιών είναι καλύτερα για προβλέψεις έως το τέλος του αιώνα.
Η Karine Chenu από το University of Queensland στην Αυστραλία κάνει την ίδια παρατήρηση. «Αν και τα μοντέλα δεν είναι τέλεια, είναι πιο κατάλληλα για αυτού του είδους την εξαγωγή συμπερασμάτων», λέει. Ωστόσο, η ομάδα της δημοσίευσε πρόσφατα μελέτη, που δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί από ομοτίμους, στην οποία δείχνει ότι δύο ευρέως χρησιμοποιούμενα μοντέλα για το σιτάρι κάνουν μεγάλα λάθη και αποδίδουν ιδιαίτερα άσχημα στην πρόβλεψη των συνδυασμένων επιπτώσεων της ακραίας θερμότητας και της ξηρασίας.
Ο Kornhuber υπερασπίστηκε πάντως τη χρήση στατιστικών μεθόδων από την ομάδα του. «Τα μοντέλα είναι εντυπωσιακά εργαλεία, όμως ορισμένες μελέτες επαλήθευσης έχουν δείξει ότι ίσως δεν ανταποκρίνονται ιδιαίτερα καλά στα ακραία φαινόμενα», λέει. «Στο δικό μας έργο, τα ακραία φαινόμενα ήταν το βασικό αντικείμενο, οπότε αποφασίσαμε να αποτυπώσουμε αυτές τις σχέσεις απευθείας μέσω στατιστικής».