Νέα ανάλυση DNA στο Σάβανο του Τορίνο αποκάλυψε γενετικό υλικό από ανθρώπους, ζώα και φυτά πολλών εποχών και γεωγραφικών περιοχών. Τα ευρήματα περιπλέκουν περαιτέρω την ιστορία του πιο αμφιλεγόμενου χριστιανικού κειμηλίου στον κόσμο, χωρίς να δίνουν οριστικές απαντήσεις για την προέλευσή του.
Το Σάβανο του Τορίνο δεν σταματά να προκαλεί συζητήσεις. Το λινό ύφασμα μήκους 4,4 μέτρων, που φέρει την αχνή εικόνα ενός ανθρώπινου σώματος και θεωρείται από πολλούς πιστούς ως το σάβανο του Ιησού Χριστού, βρίσκεται στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στο Τορίνο εδώ και σχεδόν πέντε αιώνες. Τώρα, μια νέα γενετική ανάλυση έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη στρώμα πολυπλοκότητας στην ήδη φορτισμένη ιστορία του.
Ο Gianni Barcaccia από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας και η ομάδα του επανεξέτασαν υλικό που είχε συλλεχθεί από το σάβανο το 1978. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: το ύφασμα έχει διατηρήσει γενετικό υλικό από έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό οργανισμών. Γάτες, σκύλοι, κοτόπουλα, βοοειδή, κατσίκες, πρόβατα, χοίροι και άλογα είναι μερικά μόνο από τα ζώα που άφησαν το αποτύπωμά τους. Ακόμα και θαλάσσια είδη, όπως ο κέφαλος και ο μπακαλιάρος του Ατλαντικού, εντοπίστηκαν, μαζί με έντομα, αράχνες και ακάρεα.
Στα φυτά, η λίστα περιλαμβάνει καρότα, διάφορα είδη σιταριού, πιπεριές, ντομάτες και πατάτες — φυτά που έφτασαν στην Ευρώπη μόνο μετά τις εξερευνήσεις της Αμερικής και της Ασίας. Αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον μέρος της επιμόλυνσης είναι σχετικά πρόσφατη, αν και οι ερευνητές δεν μπόρεσαν να χρονολογήσουν με ακρίβεια τα επιμέρους γεγονότα επαφής.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα αφορά το ανθρώπινο DNA. Σχεδόν το 40% του ανθρώπινου γενετικού υλικού που βρέθηκε στο σάβανο προέρχεται από ινδικές γενεαλογικές γραμμές. Οι ερευνητές προτείνουν ότι αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί είτε από ιστορικές επαφές στη Μεσόγειο είτε από το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι εισήγαγαν λινό από περιοχές κοντά στην κοιλάδα του Ινδού. Η υπόθεση αυτή δεν είναι καινούρια — ο Barcaccia την είχε διατυπώσει για πρώτη φορά το 2015 — αλλά τώρα υποστηρίζεται από πιο εκτεταμένα δεδομένα.
Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα παραμένει επιφυλακτική. Ο Anders Götherström από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης επισημαίνει ότι η χρονολόγηση του σαβάνου στον 13ο-14ο αιώνα μέσω ραδιοχρονολόγησης — που έγινε το 1988 και τοποθέτησε την κατασκευή του μεταξύ 1260 και 1390 — παραμένει η πιο αξιόπιστη επιστημονική εκτίμηση. «Δεν βλέπω ακόμα λόγο να αμφισβητήσω ότι το σάβανο είναι γαλλικό και χρονολογείται από τον 13ο-14ο αιώνα», λέει. Και προσθέτει κάτι που αξίζει να σκεφτούμε: το σάβανο έχει τη δική του ιστορία ως σημαντικό κειμήλιο, και αυτή η ιστορία μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσα από μια θρυλική καταγωγή χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση.
Το πρόβλημα με τη γενετική ανάλυση ενός αντικειμένου που έχουν αγγίξει χιλιάδες άνθρωποι σε διάστημα αιώνων είναι ακριβώς αυτό: κάθε επαφή αφήνει ίχνη, και τα ίχνη συσσωρεύονται. Το σάβανο δεν είναι μόνο ένα κομμάτι υφάσματος — είναι ένα αρχείο ανθρώπινης παρουσίας, πίστης και περιέργειας. Το ερώτημα αν κάποτε θα μάθουμε την αλήθεια για την προέλευσή του παραμένει ανοιχτό, και ίσως αυτό να είναι και το πιο ειλικρινές συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε.