Οι αμερικανικές κυβερνητικές υπηρεσίες στρέφονται όλο και περισσότερο σε εμπορικά μοντέλα προμηθειών για διαστημικές τεχνολογίες. Το πρόβλημα: για πολλές από αυτές τις τεχνολογίες, η κυβέρνηση είναι ο μοναδικός πελάτης στον κόσμο. Και αυτό δημιουργεί μια αντίφαση που κανείς δεν έχει λύσει ακόμα.
Υπάρχει μια ειρωνεία στο πώς η αμερικανική κυβέρνηση προσεγγίζει τις διαστημικές προμήθειες τα τελευταία χρόνια. Από τη μία, ωθεί τις υπηρεσίες της να αγοράζουν από την αγορά, να εμπιστεύονται τον ιδιωτικό τομέα, να αντιμετωπίζουν το διάστημα όπως αντιμετωπίζουν τις τηλεπικοινωνίες ή τη logistics. Από την άλλη, ζητά τεχνολογίες που δεν έχουν κανένα εμπορικό αντίκρισμα — οχήματα που κυνηγούν εχθρικούς δορυφόρους, συστήματα ελιγμών σε τροχιά, ρομποτική συναρμολόγηση στο διάστημα.
Ο Eric Romo, πρόεδρος της Impulse Space, εταιρείας που αναπτύσσει υψηλής ευελιξίας οχήματα μεταφοράς σε τροχιά, το είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια σε συνέδριο στην Ουάσινγκτον: «Φτιάχνουμε διαστημικά οχήματα υψηλών επιδόσεων που έχουν σχεδιαστεί για να καταδιώκουν ξένους παράγοντες. Δεν υπάρχουν πολλές εμπορικές χρήσεις για αυτό. Δεν πουλάμε F-22 στην εμπορική βιομηχανία.»
Η αναλογία με το μαχητικό αεροσκάφος είναι εύστοχη. Κάποιες τεχνολογίες δεν γεννιούνται από την αγορά — γεννιούνται από στρατηγικές ανάγκες. Και όταν η κυβέρνηση προσπαθεί να τις αγοράσει σαν να ήταν εμπορικά προϊόντα, δημιουργεί ένα παράδοξο: ζητά «εμπορική τιμή» για κάτι που δεν έχει εμπορική αγορά.
Ο John Rood, διευθύνων σύμβουλος της Momentus, εταιρείας διαστημικών μεταφορών, επισήμανε ότι το εμπορικό μοντέλο λειτουργεί καλά σε ώριμες αγορές — όπως οι επικοινωνίες — αλλά σκοντάφτει όταν πρόκειται για τεχνολογίες διαστημικής υπεροχής. «Δεν θα αναπτυχθεί εμπορικά, ή θα αναπτυχθεί πολύ αργά», είπε. «Δεν θα είναι έτοιμο όταν θα το χρειαστείς.»
Το ζήτημα δεν είναι μόνο χρονικό. Είναι και δομικό. Ο Romo περιέγραψε μια πρακτική που ακολουθούν το Space Force και η NASA: αγοράζουν εξειδικευμένα συστήματα ένα-ένα, σαν να παραγγέλνουν από κατάλογο. Το αποτέλεσμα είναι εταιρείες που ανταγωνίζονται για συμβόλαια με μηδενικά περιθώρια κέρδους. «Ο ανταγωνισμός είναι καλός, αλλά ο ανταγωνισμός όπου όλοι κατεβάζουν τις τιμές μέχρι το μηδέν δεν είναι καλός για κανέναν», είπε.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά. Η NASA έχει δείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για εμπορική ανάπτυξη — το πρόγραμμα COTS για τη μεταφορά φορτίου στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό είναι το κλασικό παράδειγμα: η κυβέρνηση χρηματοδότησε την ανάπτυξη, εξασφάλισε σειρά αποστολών και δημιούργησε μια βιώσιμη αγορά. Αντίθετα, το πρόγραμμα CLPS για σεληνιακές αποστολές — όπου κάθε lander αγοράζεται ξεχωριστά για μια συγκεκριμένη αποστολή — δεν έχει αποδώσει τα ίδια αποτελέσματα για τη βιομηχανία.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν το Space Force μπορεί και πρέπει να παίξει ρόλο στη δημιουργία εμπορικής ζήτησης για τις τεχνολογίες που χρειάζεται. Ο Romo είναι σκεπτικός: το Space Force έχει μια πολύ συγκεκριμένη αποστολή, και η προσπάθεια να μετατρέψει στρατιωτικές τεχνολογίες σε εμπορικά προϊόντα μπορεί να αποσπά πόρους και εστίαση. Ο Rood είναι πιο ανοιχτός, αλλά παραδέχεται ότι μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα είναι ανάμεικτα. Το διάστημα, τελικά, δεν είναι μόνο αγορά. Είναι και πεδίο στρατηγικής — και αυτή η διπλή φύση του δεν χωράει εύκολα σε κανένα προμηθευτικό μοντέλο.