Home Science

Οι ψυχοπαθείς που θέλουν να αλλάξουν — και δεν μπορούν να βρουν βοήθεια

Από Trantorian 23 Μαρτίου 2026 1 λεπτό ανάγνωσης
Οι ψυχοπαθείς που θέλουν να αλλάξουν — και δεν μπορούν να βρουν βοήθεια

Η νευροεπιστήμονας Abigail Marsh μελετά ανθρώπους με ψυχοπάθεια που ζουν ανάμεσά μας — και ανακάλυψε κάτι που ανατρέπει τις κοινές αντιλήψεις: πολλοί από αυτούς δεν θέλουν να είναι έτσι. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη ενσυναίσθησης, αλλά και η έλλειψη υποστήριξης από ένα σύστημα που τους έχει ήδη αποφασίσει.

Όταν σκεφτόμαστε έναν ψυχοπαθή, η εικόνα που έρχεται στο μυαλό είναι συνήθως αυτή του χαρισματικού αλλά επικίνδυνου ανθρώπου — κάποιος που χειρίζεται τους γύρω του χωρίς τύψεις και ανεβαίνει στην ιεραρχία πατώντας πάνω σε άλλους. Η πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τη δουλειά της Abigail Marsh, καθηγήτριας ψυχολογίας και νευροεπιστήμης στο Georgetown University, είναι πιο σύνθετη και, σε ορισμένες πτυχές της, πιο θλιβερή.

Η ψυχοπάθεια χαρακτηρίζεται από αδιαφορία, έλλειψη ενσυναίσθησης, επιφανειακή κοινωνική γοητεία και παρορμητικότητα. Αφορά περίπου το 1% του γενικού πληθυσμού, αλλά ανεβαίνει στο 20% μεταξύ των ανδρών στις φυλακές. Αυτό που η Marsh μελετά δεν είναι όμως οι εγκληματίες — είναι οι άνθρωποι με υψηλά σκορ ψυχοπάθειας που ζουν κανονικές ζωές, εργάζονται, έχουν σχέσεις, πηγαίνουν στο σούπερ μάρκετ. Και πολλοί από αυτούς, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι ευτυχισμένοι με το ποιοι είναι.

Σε πρόσφατη μελέτη της, η Marsh κατάφερε για πρώτη φορά να ποσοτικοποιήσει πώς οι άνθρωποι με ψυχοπάθεια αποτιμούν την ευημερία των άλλων. Τα αποτελέσματα ήταν πιο ακραία από ό,τι περίμενε: ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι νοιάζονται σημαντικά για τους αγαπημένους τους και λιγότερο για αγνώστους, τα άτομα με ψυχοπάθεια φαίνεται να αντιμετωπίζουν ακόμα και τους κοντινούς τους ανθρώπους με την αδιαφορία που οι περισσότεροι επιφυλάσσουν για έναν τυχαίο ξένο. Η καμπύλη κοινωνικής έκπτωσης, όπως την αποκαλεί η ίδια, πέφτει απότομα.

Στο επίπεδο του εγκεφάλου, οι διαφορές είναι ορατές. Η αμυγδαλή — η περιοχή που επεξεργάζεται τον φόβο και τα συναισθήματα — τείνει να είναι μικρότερη και λιγότερο ενεργή σε άτομα με ψυχοπάθεια, ιδιαίτερα όταν αντιλαμβάνονται ότι κάποιος άλλος κινδυνεύει ή φοβάται. Αυτό δεν είναι επιλογή ή ηθική αποτυχία — είναι βιολογία, διαμορφωμένη από γενετική και εμπειρίες ζωής, όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε άλλη ψυχολογική διαταραχή.

Αυτό που κάνει τη δουλειά της Marsh ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι τα παραδείγματα ανθρώπων που κατάφεραν να αλλάξουν χωρίς επαγγελματική βοήθεια — επειδή απλώς δεν μπορούσαν να τη βρουν. Κάποιος της είπε ότι «έκανε υποκριτή» για ενάμιση χρόνο, συμπεριφερόμενος όπως πίστευε ότι θα συμπεριφερόταν ένας καλός άνθρωπος, μέχρι που άρχισε να του φαίνεται φυσικό. Άλλοι δημιούργησαν τους δικούς τους ηθικούς κώδικες — όχι από τύψεις, αλλά από επιθυμία να γίνουν ένας συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου.

Το πρόβλημα είναι ότι οι πόροι για τη θεραπεία διαταραχών προσωπικότητας, ειδικά αυτών που σχετίζονται με αντικοινωνική συμπεριφορά, είναι ελάχιστοι. Η κοινωνία δεν συμπονά τους ψυχοπαθείς — τους βλέπει ως ηθικά ελαττωματικούς, όχι ως ανθρώπους με μια διαταραχή που δεν επέλεξαν. Η Marsh επιμένει ότι αυτό πρέπει να αλλάξει. Όχι από αφέλεια, αλλά από λογική: η ψυχοπάθεια είναι θεραπεύσιμη, και η άρνηση θεραπείας δεν προστατεύει κανέναν — ούτε τους ίδιους, ούτε τους γύρω τους.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι πόσοι άνθρωποι με ψυχοπάθεια έχουν πραγματικά επίγνωση της κατάστασής τους και θέλουν να αλλάξουν. Η Marsh δεν έχει ακόμα τον αριθμό. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν — και ότι πολλοί αγωνίζονται μόνοι τους — είναι αρκετό για να αναρωτηθεί κανείς αν η κοινωνία μας έχει ήδη αποφασίσει για αυτούς πριν καν τους ακούσει.