Απολιθώματα σαγόνων και δοντιών που βρέθηκαν στη βόρεια Αίγυπτο ανήκουν σε ένα νέο είδος πρώιμου πιθήκου που έζησε πριν από 17 εκατομμύρια χρόνια. Το εύρημα αναθεωρεί αυτό που πιστεύαμε για την εξέλιξη των ανθρωποειδών — και δείχνει ότι η ιστορία ξεκίνησε πολύ πιο δυτικά από ό,τι νομίζαμε.
Για δεκαετίες, οι παλαιοντολόγοι έψαχναν τις ρίζες των ανθρωποειδών πιθήκων στην Ανατολική Αφρική. Τώρα, δύο κομμάτια σαγονιού και μερικά δόντια που βρέθηκαν σε μια αρχαιολογική τοποθεσία στη βόρεια Αίγυπτο αναγκάζουν την επιστήμη να ξαναγράψει αυτό το κεφάλαιο.
Το νέο είδος ονομάστηκε Masripithecus moghraensis και έζησε πριν από περίπου 17 έως 18 εκατομμύρια χρόνια. Τα απολιθώματα — τέσσερα συνολικά, από δύο διαφορετικά άτομα — ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών στο Wadi Moghra το 2023 και το 2024, από ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τη Shorouq Al-Ashqar του Πανεπιστημίου Mansoura. Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζει το μπροστινό τμήμα ενός σαγονιού μαζί με δύο γομφίους που βρέθηκαν δίπλα του — αρκετά για να δώσουν στους επιστήμονες μια σαφή εικόνα του ζώου.
Το κρίσιμο ερώτημα ήταν: πού ακριβώς εντάσσεται αυτό το πλάσμα στο εξελικτικό δέντρο; Η Al-Ashqar και οι συνεργάτες της υποστηρίζουν ότι ο Masripithecus είναι ο πλησιέστερος γνωστός πρόγονος όλων των σύγχρονων ανθρωποειδών — δηλαδή των μεγάλων πιθήκων όπως γορίλες, χιμπατζήδες και άνθρωποι, αλλά και των μικρότερων, όπως οι γίββωνες. Το «κλειδί» για αυτή την ταξινόμηση βρίσκεται στη δομή του σαγονιού, ιδιαίτερα στο σημείο όπου ενώνονται τα δύο ημιτμήματά του — μια ανατομική λεπτομέρεια που θυμίζει έντονα τους μεταγενέστερους πιθήκους. Τα δόντια επίσης μιλούν: χαμηλά, στρογγυλά, με έντονες ακρολοφίες, και με δεύτερο και τρίτο γομφίο σχεδόν ίδιου μεγέθους — χαρακτηριστικά που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφιβολίας.
Το ζώο ζύγιζε περίπου 25 κιλά, ήταν δηλαδή μεγαλύτερο από τους πιθήκους της εποχής του, και πιθανότατα τρεφόταν κυρίως με φρούτα, χωρίς να αποκλείει σκληρότερες τροφές όπως ξηρούς καρπούς και σπόρους — κάτι που μαρτυρά το γερό σαγόνι και οι σύνθετοι γομφίοι του. Το μέγεθος των κυνόδοντων υποδηλώνει ότι και τα δύο άτομα ήταν αρσενικά, περίπου στο μέγεθος μιας μικρόσωμης θηλυκής χιμπατζής.
Αυτό που παραμένει άγνωστο είναι ο τρόπος κίνησής του. Χωρίς οστά των άκρων, δεν μπορούμε να πούμε αν ζούσε κυρίως στα δέντρα ή στο έδαφος. Αλλά το πού βρέθηκε είναι εξίσου σημαντικό με το τι βρέθηκε. Η Βόρεια Αφρική δεν ήταν ποτέ στο επίκεντρο της έρευνας για την πρώιμη εξέλιξη των ανθρωποειδών. Τώρα φαίνεται ότι ήταν ένα από τα κεντρικά σκηνικά αυτής της ιστορίας. «Για δεκαετίες ήμασταν κολλημένοι να βρίσκουμε τα ίδια είδη στην Ανατολική Αφρική του πρώιμου Μειόκαινου», λέει ο Erik Seiffert του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας. «Τώρα ξέρουμε ότι η ιστορία ήταν διαφορετική στη βόρεια Αφρική».
Το εύρημα δεν ανατρέπει μόνο τη γεωγραφία της εξέλιξης — θέτει και νέα ερωτήματα για το πώς οι πρώτοι ανθρωποειδείς εξαπλώθηκαν από την Αφρική στην Ευρώπη και την Ασία, όπου εμφανίζονται ήδη από τα 16 εκατομμύρια χρόνια πριν. Αν η αφετηρία ήταν ο Βορράς κι όχι η Ανατολή, τότε οι διαδρομές που ακολούθησαν οι πρόγονοί μας ήταν πολύ διαφορετικές από αυτές που φανταζόμασταν.