Στο «Hell is Empty» του J.R. Dawson, ένα hellmouth ανοίγει στο κέντρο της πόλης και οι κάτοικοι συνεχίζουν τις δουλειές τους. Η Millie και η αφηγήτρια βγαίνουν για ψώνια και γυμναστήριο ενώ οι ειδοποιήσεις για θανάτους δεν σταματούν.

Το «Hell is Empty» του J.R. Dawson ξεκινά με ένα hellmouth να έχει ανοίξει στο κέντρο της πόλης, αφήνοντας πίσω του καπνό, αίμα και δαίμονες. Η Millie και η αφηγήτρια προσπαθούν να φύγουν από το σπίτι για κάτι τόσο πεζό όσο η αγορά σκυλοτροφής, την ώρα που τα κινητά τους γεμίζουν ειδοποιήσεις για νέα θύματα.
Η πόλη δεν έχει σταματήσει. Τα σούπερ μάρκετ λειτουργούν, τα λεωφορεία περνούν, οι εργαζόμενοι μαζεύουν καρότσια και ο κόσμος περιμένει στην ουρά σαν το άνοιγμα της κόλασης να είναι απλώς ένα ακόμα πρόβλημα στο κέντρο. Οι δαίμονες σκοτώνουν, αλλά η καθημερινή κίνηση συνεχίζεται λίγα τετράγωνα πιο πέρα, χωρίς να αλλάζει ο ρυθμός της αγοράς ή των μετακινήσεων.
Στο αυτοκίνητο και αργότερα στο γυμναστήριο, η αγωνία μένει από κάτω από κάθε σκηνή. Οι τηλεοράσεις δείχνουν τα γεγονότα σαν να συμβαίνουν αλλού, ενώ οι ειδήσεις στα κινητά μετατρέπουν τη βία σε συνεχή ροή ενημέρωσης. Η αφήγηση κρατά το βλέμμα σε μικρές, πρακτικές κινήσεις: το φαγητό, τις μετακινήσεις, την επιστροφή στο σπίτι, την προσπάθεια να παραμείνουν λειτουργικές.
Η Millie τραβά την αφηγήτρια μακριά από το αδιάκοπο κοίταγμα της οθόνης και τη γυρίζει σε ό,τι μπορεί να ελεγχθεί άμεσα. Να δουν τους γείτονες, να βοηθήσουν, να μαγειρέψουν, να κοιμηθούν και να ξανασηκωθούν την επόμενη μέρα. Το τέλος τις βρίσκει στο κρεβάτι, με τον κόκκινο ουρανό ακόμη έξω και με την αίσθηση ότι ο κίνδυνος παραμένει, μαζί με την παρουσία τους εκεί μέσα.