Μια νέα μελέτη στο Cell εξέτασε επτά μεγάλες επιδημίες των τελευταίων δεκαετιών αναζητώντας ίχνη εργαστηριακής παρέμβασης στους ιούς. Για τον SARS-CoV-2 και τους περισσότερους άλλους παθογόνους, τα αποτελέσματα είναι σαφή: φυσική εξέλιξη. Η μόνη εξαίρεση που ξεχωρίζει είναι η γρίπη H1N1 του 1977.
Πέντε χρόνια μετά την έναρξη της πανδημίας του κορονοϊού, η συζήτηση για την προέλευσή του δεν έχει εντελώς κλείσει. Η επιστημονική κοινότητα έχει καταλήξει σε μεγάλο βαθμό στο ίδιο συμπέρασμα: ο SARS-CoV-2 δεν δημιουργήθηκε σε εργαστήριο. Εξελίχθηκε φυσικά, πιθανότατα σε νυχτερίδες ή συγγενικά θηλαστικά, και βρήκε τον δρόμο του στον άνθρωπο μέσα από τους μηχανισμούς που έχουν οδηγήσει σε κάθε μεγάλη ζωονόσο της ιστορίας. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell έρχεται να ενισχύσει αυτή την εικόνα — αλλά και να ανοίξει ένα παλιό, ξεχασμένο ερώτημα για μια άλλη επιδημία.
Ο ιολόγος Joel Wertheim από το University of California San Diego και η ομάδα του ανέλυσαν επτά σημαντικές επιδημίες των τελευταίων δεκαετιών: Ebola, Mpox, διάφορες παραλλαγές γρίπης και τον ίδιο τον κορονοϊό. Το ερώτημα που έθεσαν ήταν απλό αλλά κρίσιμο: υπάρχουν ενδείξεις ότι κάποιος από αυτούς τους ιούς υπέστη ασυνήθιστες γενετικές αλλαγές πριν μεταδοθεί στους ανθρώπους — αλλαγές που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν εργαστηριακή παρέμβαση ή τεχνητή ενίσχυση; Η απάντηση, για σχεδόν όλες τις περιπτώσεις, ήταν αρνητική.
Οι ερευνητές δεν εντόπισαν στοιχεία που να δείχνουν ότι η φυσική επιλογή στους ιούς επιταχύνθηκε ή άλλαξε χαρακτήρα λίγο πριν από τα μεγάλα ξεσπάσματα. Αντίθετα, τα γενετικά δεδομένα δείχνουν ότι οι ιοί εξελίσσονταν κανονικά μέσα στους ζωικούς ξενιστές τους, και η μετάδοση στον άνθρωπο ήταν, κατά κάποιον τρόπο, τυχαία. Ο Wertheim το διατύπωσε με χαρακτηριστική σαφήνεια μιλώντας στους New York Times: ο SARS-CoV-2 αποδείχθηκε «τυχαία» εξαιρετικά αποτελεσματικός στη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν χρειάστηκε να «προετοιμαστεί» — απλώς βρέθηκε στο σωστό ξενιστή τη λάθος στιγμή.
Η μόνη εξαίρεση που ξεχωρίζει στην ανάλυση είναι η επανεμφάνιση της γρίπης H1N1 το 1977, γνωστή και ως Russian flu. Εκείνη η επιδημία είχε κάτι παράξενο από την αρχή: ο ιός που εμφανίστηκε έμοιαζε γενετικά με στελέχη που κυκλοφορούσαν δεκαετίες νωρίτερα, σαν να είχε «παγώσει» στον χρόνο και να επανήλθε χωρίς να έχει εξελιχθεί φυσιολογικά στο μεταξύ. Αυτό το εύρημα έχει οδηγήσει ορισμένους επιστήμονες στην υπόθεση ότι ο ιός μπορεί να διέρρευσε από εργαστήριο — είτε κατά τη διάρκεια έρευνας είτε μέσω εμβολιαστικού προγράμματος που χρησιμοποιούσε ζωντανό ιό. Δεν υπάρχει οριστική απόδειξη, αλλά τα γενετικά στοιχεία παραμένουν ανεξήγητα με βάση τη φυσική εξέλιξη μόνο.
Το συνολικό μήνυμα της μελέτης δεν είναι καθησυχαστικό με την απλή έννοια του όρου. Το γεγονός ότι οι περισσότερες πανδημίες προέρχονται από φυσική μετάδοση δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο επικίνδυνες ή λιγότερο αναπόφευκτες. Σημαίνει ότι η επόμενη μεγάλη επιδημία πιθανότατα θα ξεκινήσει με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησαν όλες οι προηγούμενες: ένας ιός, ένας ζωικός ξενιστής, μια τυχαία επαφή. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών — και η ενίσχυση της παγκόσμιας επιτήρησης στη διεπαφή ζώων και ανθρώπων — παραμένει η πιο αποτελεσματική άμυνα που έχουμε.