Η NASA εκτόξευσε με επιτυχία την αποστολή Artemis II, στέλνοντας τέσσερις αστροναύτες σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη — το πρώτο επανδρωμένο ταξίδι προς το φεγγάρι από το 1972. Η αποστολή διαρκεί 10 ημέρες και αποτελεί κρίσιμο βήμα για την επιστροφή ανθρώπων στη σεληνιακή επιφάνεια.
Πενήντα τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά που άνθρωπος αντίκρισε τη Σελήνη από κοντά, η NASA έγραψε ξανά ιστορία. Η αποστολή Artemis II εκτοξεύτηκε επιτυχώς την Τετάρτη το βράδυ, μεταφέροντας τέσσερις αστροναύτες σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη — το πρώτο επανδρωμένο ταξίδι προς τον φυσικό δορυφόρο της Γης από την αποστολή Apollo 17 το 1972.
Στο πλήρωμα βρίσκονται οι Reid Wiseman, Victor Glover και Christina Koch από τη NASA, μαζί με τον Καναδό αστροναύτη Jeremy Hansen. Οι τέσσερις ταξιδεύουν με την κάψουλα Orion, πάνω στον πύραυλο Space Launch System — το ισχυρότερο διαστημικό εκτοξευτήριο που έχει κατασκευάσει ποτέ η NASA. Το ταξίδι αναμένεται να διαρκέσει συνολικά 10 ημέρες.
Η αποστολή είχε αρχικά προγραμματιστεί νωρίτερα, αλλά καθυστέρησε τον Φεβρουάριο λόγω προβλήματος στην παροχή ηλίου. Δεν πρόκειται για προσεδάφιση — ο στόχος είναι η τροχιά γύρω από τη Σελήνη, η δοκιμή του συστήματος υπό πραγματικές συνθήκες και η επιβεβαίωση ότι το Orion μπορεί να μεταφέρει αστροναύτες με ασφάλεια στο βαθύ διάστημα. Είναι, με άλλα λόγια, η γενική πρόβα πριν από την πραγματική επιστροφή στο φεγγάρι.
Η NASA έχει ήδη αναθεωρήσει το χρονοδιάγραμμά της για τις επόμενες αποστολές. Η Artemis III, που αρχικά είχε σχεδιαστεί ως η πρώτη προσεδάφιση από το 1972, μετατράπηκε σε δοκιμαστική πτήση. Η πρώτη πραγματική επιστροφή ανθρώπων στη σεληνιακή επιφάνεια μεταφέρθηκε στην Artemis IV, με στόχο το 2028. Η καθυστέρηση δεν είναι έκπληξη — τέτοιου μεγέθους προγράμματα σπάνια τηρούν τα αρχικά χρονοδιαγράμματα — αλλά η σημερινή εκτόξευση δείχνει ότι το πρόγραμμα κινείται.
Το Artemis δεν είναι απλώς νοσταλγία για την εποχή του Apollo. Η NASA σχεδιάζει μόνιμη παρουσία στη Σελήνη, με σταθμό σε σεληνιακή τροχιά (το Gateway) και βάση στην επιφάνεια. Η Σελήνη αντιμετωπίζεται πλέον ως ενδιάμεσος σταθμός για το Άρη — και ως πεδίο δοκιμών για τις τεχνολογίες που θα χρειαστούν για ακόμα μεγαλύτερα ταξίδια. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα επιστρέψουμε στη Σελήνη, αλλά τι θα κάνουμε εκεί όταν φτάσουμε.