Μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας ανακοινώνουν μαζικές απολύσεις και τις αποδίδουν στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα δεδομένα όμως δείχνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα — και αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα αν το AI είναι η αιτία ή απλώς η πιο βολική δικαιολογία.
Τους τελευταίους μήνες, εταιρείες όπως η Atlassian, η Block και η Amazon ανακοίνωσαν χιλιάδες απολύσεις με κοινό παρονομαστή: η τεχνητή νοημοσύνη κάνει τους ανθρώπους περιττούς. Το αφήγημα είναι συνεκτικό, πειστικό και — σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία — σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικό.
Έρευνα της Anthropic που δημοσιεύτηκε νωρίτερα φέτος δείχνει ότι, αν και πολλές εργασιακές δραστηριότητες είναι θεωρητικά αυτοματοποιήσιμες, η συντριπτική πλειονότητά τους εξακολουθεί να εκτελείται από ανθρώπους. Οι πιο εκτεθειμένοι κλάδοι είναι οι προγραμματιστές, οι εκπρόσωποι εξυπηρέτησης πελατών και οι εργαζόμενοι σε εισαγωγή δεδομένων — αλλά ακόμα και εκεί, η χρήση AI παραμένει περιορισμένη στην πράξη.
Τα μακροοικονομικά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Έκθεση της Goldman Sachs για το 2025 εκτιμά ότι αν το AI αξιοποιούνταν σε όλες τις εφαρμογές που μπορεί σήμερα να υποστηρίξει, περίπου το 2,5% της αμερικανικής απασχόλησης θα βρισκόταν σε κίνδυνο. Δεν είναι αμελητέο νούμερο, αλλά δεν δικαιολογεί τον τόνο της αποκάλυψης που συνοδεύει τις εταιρικές ανακοινώσεις. Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι οι εργαζόμενοι σε κλάδους εκτεθειμένους στο AI δεν χάνουν τη δουλειά τους με μεγαλύτερη συχνότητα από τους υπόλοιπους — τουλάχιστον προς το παρόν.
Υπάρχουν, βέβαια, πρώιμα σήματα πίεσης σε συγκεκριμένα σημεία. Στον τομέα της τεχνολογίας, οι νέοι εργαζόμενοι ηλικίας 20-29 ετών σε θέσεις εκτεθειμένες στο AI είδαν την ανεργία τους να ανεβαίνει κατά σχεδόν 3% στο πρώτο εξάμηνο του 2025. Παράλληλα, οι πιθανότητες εύρεσης εργασίας για νέους 22-25 ετών που μπαίνουν σε αυτούς τους κλάδους έχουν μειωθεί κατά περίπου 14% από την κυκλοφορία του ChatGPT το 2022. Είναι ενδεικτικά στοιχεία, αλλά παραμένουν κλαδικά και εντοπισμένα — όχι η εικόνα γενικευμένης κατάρρευσης που υπονοούν οι εταιρικές ανακοινώσεις.
Εδώ αξίζει να σταθούμε στο κίνητρο. Από την κυκλοφορία του ChatGPT, οι μετοχές που συνδέονται με το AI έχουν αποδώσει περίπου το 75% των συνολικών κερδών του S&P 500. Μια ανακοίνωση απολύσεων που πλαισιώνεται ως «στρατηγική επένδυση στο AI» στέλνει πολύ διαφορετικό μήνυμα στους επενδυτές από μια απλή περικοπή κόστους λόγω υπερπρόσληψης στην πανδημία ή πτώσης εσόδων. Η Meta είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: σχεδιάζει να απολύσει έως και το 20% του προσωπικού της, ενώ ταυτόχρονα δεσμεύει 600 δισεκατομμύρια δολάρια για κέντρα δεδομένων και πρόσληψη κορυφαίων ερευνητών AI. Οι εργαζόμενοι που φεύγουν δεν αντικαθίστανται από αλγόριθμους σήμερα — χρηματοδοτούν το στοίχημα της εταιρείας για το αύριο.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει δεν είναι εξαφάνιση θέσεων εργασίας αλλά αναδιαμόρφωση της εργασιακής πυραμίδας. Σύμφωνα με έκθεση της PwC, η απασχόληση συνεχίζει να αυξάνεται στους περισσότερους κλάδους που εκτίθενται στο AI — απλώς με πιο αργό ρυθμό. Οι μισθοί σε αυτούς τους κλάδους ανεβαίνουν διπλάσια ταχύτητα σε σχέση με τους λιγότερο εκτεθειμένους, και οι εργαζόμενοι με δεξιότητες AI απολαμβάνουν μισθολογικό πλεονέκτημα της τάξης του 56%. Χρειάζονται λιγότεροι junior αναλυτές για ρουτίνα — αλλά οι έμπειροι που χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τα εργαλεία AI γίνονται πιο παραγωγικοί και πιο πολύτιμοι.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι αν το AI αλλάζει την αγορά εργασίας — το κάνει, και θα συνεχίσει. Το ερώτημα είναι πόσες από τις «απολύσεις λόγω AI» αντικατοπτρίζουν πραγματικά αυτή την αλλαγή, και πόσες είναι απλώς η πιο επενδυτικά ελκυστική εκδοχή αποφάσεων που θα είχαν ληφθεί ούτως ή άλλως.