Home Science

Το BECCS μπλοκάρει: η ναυαρχίδα της Drax παγώνει — και τα νούμερα δεν βγαίνουν

Από Trantorian 15 Απριλίου 2026 1 λεπτό ανάγνωσης
Το BECCS μπλοκάρει: η ναυαρχίδα της Drax παγώνει — και τα νούμερα δεν βγαίνουν

Το βασικό έργο BECCS της Drax στο Ηνωμένο Βασίλειο πάει πίσω. Ειδικοί προειδοποιούν ότι η τεχνολογία είναι ακριβή και αυξάνει CO2 για δεκαετίες.

Η Drax ανέστειλε τα σχέδια δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στη μονάδα βιοενέργειας της στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφήνοντας χωρίς ναυαρχίδα την πιο προβεβλημένη εφαρμογή της βιοενέργειας με δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (BECCS). Η εξέλιξη χτυπά έναν μηχανισμό «αρνητικών εκπομπών» που είχε ενσωματωθεί σε κλιματικά σενάρια ως τρόπος να τραβήξουμε CO2 από την ατμόσφαιρα στο δεύτερο μισό του αιώνα.

Το BECCS βασίζεται σε έναν απλό συλλογισμό: καλλιεργείς βιομάζα, την καίς για ενέργεια, δεσμεύεις το CO2 και το αποθηκεύεις υπόγεια. Η ιδέα προέκυψε το 2001 στη Σουηδία γύρω από χαρτοβιομηχανίες και μπήκε σε κλιματικά μοντέλα το 2005 ως λύση για επιστροφή των θερμοκρασιών μετά από υπέρβαση του ορίου του 1,5°C. Το 2014 εμφανίστηκε σε σενάρια που αναδείχθηκαν στην πέμπτη έκθεση του IPCC, ανεβάζοντας τις προσδοκίες για μαζική εφαρμογή.

Το 2015 η Drax ανακοίνωσε μετατροπή μεγάλου λιθανθρακικού σταθμού σε καύση ξυλοpellet με παράλληλη δέσμευση και αποθήκευση του CO2. Δέκα χρόνια μετά, η μονάδα καίει pellet χωρίς να δεσμεύει άνθρακα και, όπως μετέφερε το Politico, τα σχέδια δέσμευσης έχουν παγώσει. «Βλέπουμε ακόμα το BECCS ως πιθανή επιλογή για τη μονάδα, αλλά με πολύ πιο μακρινό ορίζοντα από ό,τι αρχικά σχεδιάζαμε», ανέφερε εκπρόσωπος της εταιρείας.

Λίγα, μικρότερης κλίμακας έργα ετοιμάζονται αλλού, όμως η απογείωση που πολλοί περίμεναν δεν έρχεται. Αιτία, σύμφωνα με ειδικούς, οι τεράστιες επιδοτήσεις που απαιτούνται. «Είναι φαινομενικά πανάκριβο», λέει ο Tim Searchinger του Princeton. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του δημοσιεύουν ένα μοντέλο ροών άνθρακα για να δοκιμάζουν οι πολιτικοί διαφορετικά σενάρια. Τα αποτελέσματα που επικαλούνται είναι ψυχρά: μπορεί να χρειαστούν έως 150 χρόνια για να φανεί καθαρή αφαίρεση CO2 από την ατμόσφαιρα, ενώ στις πρώτες δεκαετίες το ισοζύγιο είναι χειρότερο από καύση φυσικού αερίου χωρίς δέσμευση. Στο κόστος, η ηλεκτρική ενέργεια θα ακριβαίνει έως και τριπλάσια.

Ο μηχανισμός που «δεν βγαίνει» κρύβεται στις λεπτομέρειες. Μεγάλο μέρος του άνθρακα του δάσους δεν φτάνει ποτέ στον λέβητα: ρίζες μένουν να σαπίσουν, βλάστηση καταστρέφεται κατά τη συγκομιδή, απώλειες υπάρχουν σε όλη την αλυσίδα. Το καύσιμο ξύλο εκπέμπει περίπου διπλάσιο CO2 ανά μονάδα ενέργειας από το αέριο, ενώ οι χαμηλότερες θερμοκρασίες καύσης δίνουν λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια. Η δέσμευση CO2 απαιτεί πρόσθετη ενέργεια, άρα καίγεται επιπλέον βιομάζα για να λειτουργήσει ο ίδιος ο εξοπλισμός δέσμευσης, που έτσι κι αλλιώς πιάνει γύρω στο 85% των εκπομπών.

Υπάρχει και το ζήτημα των «καταβόθρων» στη στεριά. Κάποιοι θεωρούν βιώσιμη τη χρήση ξύλου όσο το δάσος αναπληρώνει τον άνθρακα που αφαιρείται. Όμως πολλά κλιματικά σενάρια ήδη υπολογίζουν ότι τα δάση θα απορροφούν επιπλέον CO2 λόγω του λεγόμενου «λιπαντικού» ρόλου του διοξειδίου. Άρα, η «βιώσιμη» υλοτομία μπορεί να αφαιρεί μια απορρόφηση που έχουμε ήδη προεξοφλήσει. Τα σενάρια που μετακινούνται από δέντρα σε ταχέως αναπτυσσόμενες ενεργειακές καλλιέργειες υπόσχονται πιο γρήγορο κύκλο άνθρακα, αλλά σκοντάφτουν σε γη που δεν περισσεύει: η γεωργική πίεση παραμένει υψηλή και η μετατροπή εκτάσεων θα ήταν βαρύ πλήγμα για τη βιοποικιλότητα.

Χωρίς τον «ρυθμιστικό» ρόλο του BECCS, το ερώτημα της μείωσης των συγκεντρώσεων CO2 παραμένει ανοιχτό, αλλά η άμεση προτεραιότητα μετακινείται στην αποτροπή περαιτέρω ανόδου τους. «Πρέπει να επιταχύνουμε όσο γίνεται την πορεία προς αιολικά και φωτοβολταϊκά», λέει ο Searchinger.