Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ απαγόρευσε την εισαγωγή νέων καταναλωτικών routers που κατασκευάζονται εκτός Αμερικής, επικαλούμενη κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Η απόφαση επηρεάζει ουσιαστικά ολόκληρη την αγορά, καθώς σχεδόν κανένα router δεν παράγεται στο αμερικανικό έδαφος.
Η FCC μόλις έκανε αυτό που πολλοί θεωρούσαν αδύνατο: απαγόρευσε την εισαγωγή νέων καταναλωτικών routers από οποιαδήποτε χώρα εκτός των ΗΠΑ. Η απόφαση έρχεται λίγους μήνες μετά από παρόμοιο μέτρο για τα drones ξένης κατασκευής, και ακολουθεί την ίδια λογική: τα δίκτυα επικοινωνίας είναι κρίσιμες υποδομές, και η εξάρτηση από ξένους κατασκευαστές αποτελεί απαράδεκτο κίνδυνο.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η FCC δεν θα εγκρίνει πλέον τις ραδιοσυχνότητες νέων συσκευών ξένης προέλευσης — χωρίς αυτή την έγκριση, κανένα router δεν μπορεί νόμιμα να πουληθεί στις ΗΠΑ. Όσοι ήδη έχουν router στο σπίτι τους δεν επηρεάζονται, και εταιρείες που έχουν ήδη λάβει έγκριση για συγκεκριμένα προϊόντα μπορούν να συνεχίσουν να τα εισάγουν. Το πρόβλημα είναι για το μέλλον.
Η FCC επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά για να δικαιολογήσει την απόφαση. Στο επίσημο κείμενο αναφέρονται οι κυβερνοεπιθέσεις Volt Typhoon, Flax Typhoon και Salt Typhoon, που στόχευσαν αμερικανικές υποδομές ενέργειας, μεταφορών και επικοινωνιών. Το επιχείρημα: τα ξένα routers ήταν το σημείο εισόδου. Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από ό,τι παρουσιάζεται. Σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, στην υπόθεση Volt Typhoon οι Κινέζοι χάκερ στόχευσαν κυρίως συσκευές της Cisco και της Netgear — δηλαδή αμερικανικών εταιρειών. Η ευπάθεια δεν ήταν η χώρα κατασκευής, αλλά το γεγονός ότι οι εταιρείες είχαν σταματήσει να παρέχουν ενημερώσεις ασφαλείας για παλιές συσκευές.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η TP-Link, η κινεζικής καταγωγής εταιρεία που κυριαρχεί στην αμερικανική αγορά καταναλωτικών routers. Η εταιρεία έχει κάνει σημαντικές κινήσεις για να αποστασιοποιηθεί από την Κίνα: διαχωρίστηκε από την κινεζική μητρική της το 2022, εγκατέστησε παγκόσμια έδρα στην Καλιφόρνια το 2024, και φέτος μήνυσε τη Netgear που υπονοούσε κινεζική διείσδυση στις δομές της. Παρ’ όλα αυτά, η TP-Link παράγει τα προϊόντα της στο Βιετνάμ — όχι στις ΗΠΑ. Σε δήλωσή της, η εταιρεία επισημαίνει ότι «ουσιαστικά όλα τα routers κατασκευάζονται εκτός Αμερικής, συμπεριλαμβανομένων αυτών αμερικανικών εταιρειών», και ότι «φαίνεται πως ολόκληρος ο κλάδος θα επηρεαστεί».
Οι εταιρείες έχουν δύο επιλογές: να αποκτήσουν «υπό όρους έγκριση» ενώ εργάζονται για τη μεταφορά παραγωγής στις ΗΠΑ, ή να αποσυρθούν από την αμερικανική αγορά — όπως έκανε ήδη η DJI με τα drones της. Η πρώτη επιλογή ακούγεται λογική, αλλά η μεταφορά μαζικής παραγωγής ηλεκτρονικών στις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά δαπανηρή και χρονοβόρα. Η δεύτερη επιλογή σημαίνει λιγότερο ανταγωνισμό και πιθανώς υψηλότερες τιμές για τον Αμερικανό καταναλωτή.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η «αμερικανοποίηση» της παραγωγής routers θα κάνει πραγματικά τα δίκτυα ασφαλέστερα, ή αν απλώς μετατοπίζει το πρόβλημα. Η ασφάλεια δεν εξαρτάται από τη σημαία στο εργοστάσιο, αλλά από την ποιότητα του κώδικα και τη συνέπεια στις ενημερώσεις. Αν οι αμερικανικές εταιρείες συνεχίσουν να εγκαταλείπουν παλιές συσκευές χωρίς patches, η γεωγραφία της κατασκευής δεν θα αλλάξει τίποτα.