Η ματιά της Ρέιτσελ Κάρσον στις καταστροφικές συνέπειες της βιομηχανικής και αγροτικής ρύπανσης γέννησε το σύγχρονο περιβαλλοντικό κίνημα όταν το βιβλίο της κυκλοφόρησε για πρώτη φορά και παραμένει εξίσου επίκαιρη σήμερα, σημειώνει ο Rowan Hooper.
Πώς στέκεται το «Silent Spring» της Ρέιτσελ Κάρσον σήμερα;
Η Ρέιτσελ Κάρσον ήταν θαλάσσια βιολόγος και είχε γράψει τρία βιβλία για τη ζωή στον ωκεανό, πριν από μια επιστολή που δημοσιεύτηκε στην The Boston Herald και την οδήγησε σε αλλαγή προσανατολισμού. Η επιστολή περιέγραφε τη θανατηφόρα επίδραση του φυτοφαρμάκου DDT (dichlorodiphenyltrichloroethane) σε έναν πληθυσμό πουλιών στη Μασαχουσέτη. Η Κάρσον ξεκίνησε να ερευνά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των φυτοφαρμάκων. Είχε σημειώσει το «Silent Spring» ως τίτλο για ένα κεφάλαιο για τα πουλιά, αλλά ο ατζέντης της πρότεινε ότι μπορούσε να λειτουργήσει για ολόκληρο το βιβλίο.
Και τι αλλαγή ήταν αυτή. Το «Silent Spring» έπαιξε καθοριστικό ρόλο με τρόπο που πολύ λίγα βιβλία έχουν, γεννώντας το σύγχρονο περιβαλλοντικό κίνημα. Όπως έχει πει η συγγραφέας Μάργκαρετ Άτγουντ, οι άνθρωποι σκεφτόταν με έναν τρόπο πριν από την έκδοση του βιβλίου το 1962 και με άλλον μετά από αυτό. Ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι συγκινήθηκε τόσο ώστε να διατάξει έρευνα για τις επιπτώσεις του DDT και άλλων φυτοφαρμάκων, επικαλούμενος το «Silent Spring» ως λόγο. Το βιβλίο οδήγησε στη δημιουργία της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος το 1970 και ενέπνευσε επίσης νόμους όπως ο US Clean Air Act (1963), ο Wilderness Act (1964), ο National Environmental Policy Act (1969), η Environmental Protection Agency (1970), ο Clean Water Act (1972) και ο Endangered Species Act (1973).
Η Κάρσον ξεκινά το «Silent Spring» με την περιγραφή μιας φανταστικής πόλης στις ΗΠΑ. Κάποτε εκεί ευδοκιμούσαν τα δέντρα και τα λουλούδια, ενώ η πόλη ήταν γεμάτη από ήχους πουλιών και εντόμων, όμως τώρα είναι άδεια και σιωπηλή. Αντανακλώντας αυτό που έβλεπαν άνθρωποι σε ολόκληρες τις ΗΠΑ στις αυλές τους, η Κάρσον δείχνει πώς η βιομηχανική και αγροτική ρύπανση είχε σκοτώσει μεγάλο μέρος του ζωντανού κόσμου και επηρέαζε άμεσα την ανθρώπινη υγεία. Η καταστροφή είχε συντελεστεί μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες.
Το DDT χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως εντομοκτόνο το 1939 και αξιοποιήθηκε από τους Συμμάχους για να εξοντώσουν κουνούπια και ψείρες στην Ασία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το 1945, το DDT χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την καταπολέμηση εντόμων όπως τα fire ants και, σε μια εκστρατεία κατά της ελονοσίας με την υποστήριξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, των κουνουπιών. Αναπτύχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν επίσης σε βιομηχανική κλίμακα χημικές ενώσεις συγγενείς με αυτό, τα οργανοφωσφορικά, τα οποία ψεκάζονταν σε καλλιέργειες και ιδιωτικές εκτάσεις με αδιακρίτως επιβλαβείς συνέπειες. Το «Silent Spring» καταγράφει τη διάδοση εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων μέσα από τα υπόγεια νερά και τον αέρα, με επιπτώσεις πολύ μακριά από τον αρχικό στόχο. Το βιβλίο άλλαξε τον κόσμο, έως ένα σημείο. Η φήμη του όμως δεν πρέπει να μας κάνει να θεωρήσουμε ότι έχουμε αποτρέψει την καταστροφή των οικοσυστημάτων.
Όπως έχει επισημάνει ο βιολόγος Dave Goulson στο βιβλίο του «Silent Earth», την εποχή της Κάρσον υπήρχαν στην αγορά 37 είδη χημικών φυτοφαρμάκων, ενώ σήμερα στις ΗΠΑ έχουν αδειοδοτηθεί 900 διαφορετικές δραστικές ουσίες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση 500. Η κυβέρνηση Τραμπ αποδομεί τη περιβαλλοντική νομοθεσία που θεσπίστηκε μετά το «Silent Spring», ενώ τα οργανοφωσφορικά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σε πολλά μέρη του κόσμου. Ακόμη και σε χώρες όπου έχουν απαγορευτεί, τη θέση τους έχουν πάρει άλλου είδους φυτοφάρμακα, όπως τα νεονικοτινοειδή.
Η Κάρσον ενσωμάτωσε στη γραφή της τις γνώσεις της για την οικολογία και για τη διασύνδεση των τροφικών πλεγμάτων. Μοιάζει σήμερα παράξενο, αλλά αυτή η κατανόηση ήταν ελλιπώς ανεπτυγμένη τόσο στους επιστήμονες όσο και στο κοινό τη δεκαετία του 1960. «Σπάνια, αν ποτέ, η φύση λειτουργεί σε κλειστά και ξεχωριστά διαμερίσματα», έγραψε. «Ψεκάζουμε τις φτελιές μας και οι επόμενες άνοιξες μένουν σιωπηλές από το τραγούδι του κοκκινολαίμη, όχι επειδή ψεκάσαμε απευθείας τα κοκκινολαίμη, αλλά επειδή το δηλητήριο ταξίδεψε, βήμα βήμα, μέσα από τον πλέον γνωστό κύκλο φτελιάς-γαιοσκώληκα-κοκκινολαίμη. Αυτά είναι ζητήματα καταγεγραμμένα, παρατηρήσιμα, μέρος του ορατού κόσμου γύρω μας. Αντανακλούν τον ιστό της ζωής – ή του θανάτου – που οι επιστήμονες γνωρίζουν ως οικολογία».
Το «Silent Spring» ήταν επίσης έργο προσωπικού θάρρους. Η χημική βιομηχανία ξόδεψε εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια προσπαθώντας να δυσφημίσει την Κάρσον. Τραγικά, το 1964, δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου και σε ηλικία μόλις 56 ετών, πέθανε από καρκίνο. Είναι πιθανό τα ίδια χημικά καρκινογόνα που κατέγραψε στο βιβλίο της να συνέβαλαν στην ασθένειά της.
Χάρη στην Κάρσον και στις γενιές βιολόγων που ακολούθησαν, γνωρίζουμε ότι τα φυτοφάρμακα έχουν επιπτώσεις εκτός στόχου σε δεκάδες είδη μέσα σε ένα οικοσύστημα. Όπως διαπίστωσα στο βιβλίο μου «Togetherness», ανακαλύπτουμε πλέον ότι τα φυτοφάρμακα επηρεάζουν και τη συμβίωση, όταν δύο διαφορετικά είδη σχηματίζουν μια στενή, συχνά αμοιβαία ωφέλιμη σχέση. Αν και η Κάρσον δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «συμβίωση», γνώριζε τη βαθιά επίδραση που είχε η ρύπανση στις σχέσεις μεταξύ των ειδών, γράφοντας για πειράματα που έδειχναν ότι τα φυτοφάρμακα διατάρασσαν τη σχέση ανάμεσα στους μύκητες και τις ρίζες, στο επίκεντρο αυτού που αργότερα έγινε γνωστό ως wood wide web.
Η Κάρσον ήταν υπέρ της επιστήμης, πρότεινε λύσεις για την προστασία των καλλιεργειών από τα έντομα και είχε ήδη επίγνωση της επίδρασης της κλιματικής αλλαγής. Το πιο σημαντικό, ίσως, ήταν η οικολογική της ευαισθησία. «Η ιστορία της ζωής στη Γη», γράφει η Κάρσον, «ήταν μια ιστορία αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα ζωντανά όντα και το περιβάλλον τους».
Το «Silent Spring» είναι απαραίτητο ανάγνωσμα για αυτή την αντίληψη της ιστορίας της ζωής, αλλά και του μέλλοντός της. Όπως είπε η Κάρσον: «Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και ο πόλεμός του εναντίον της είναι αναπόφευκτα πόλεμος εναντίον του εαυτού του».