Ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Jürgen Falter έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της καριέρας του στη μελέτη των μητρώων μελών του ναζιστικού κόμματος και έχει γράψει εκτενώς για την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ και του κόμματός του.
Στο παρελθόν είχε αναζητήσει τα αρχεία αποναζιστικοποίησης της ίδιας του της μητέρας, τα οποία φυλάσσονται σε τοπικά κρατικά αρχεία στη Γερμανία και συνήθως περιλαμβάνουν ερωτηματολόγια της μεταπολεμικής περιόδου στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό την καθοδήγηση των Συμμάχων.
Βρήκε ότι είχε ταξινομηθεί ως «αθωωθείσα», δηλαδή απαλλαγμένη από συνενοχή στο καθεστώς. Ψευδής δήλωση σε αυτό το ερωτηματολόγιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε τιμωρία.
Έτσι, όταν γερμανικές εφημερίδες λάνσαραν νωρίτερα φέτος μηχανές αναζήτησης που επιτρέπουν στους πολίτες να ελέγξουν εάν οι πρόγονοί τους ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος, ο Falter είπε στο CNN ότι ήταν «περισσότερο από έκπληκτος» όταν ανακάλυψε πως το όνομα της μητέρας του εμφανιζόταν στα παλιά μητρώα του κόμματος – ένα μυστικό που προφανώς είχε κρατήσει ακόμη και από την οικογένειά της.
«Δεδομένου του χαρακτήρα, της νοοτροπίας και των πολιτικών της πεποιθήσεων ως φιλελεύθερης καθολικής, ήταν στην πραγματικότητα αδιανόητο ότι θα είχε ενταχθεί στο NSDAP το 1940, σε ηλικία 23 ετών. Όμως αυτό τεκμηριώνεται στο ευρετήριο καρτών, το οποίο δείχνει ότι μάλλον όντως υπήρξε μέλος», είπε ο Falter, ανώτερος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Johannes Gutenberg του Μάιντς.
«Δεν το ανέφερε ποτέ στην οικογένεια και, αν ο πατέρας μου, που τότε ήταν αρραβωνιασμένος μαζί της, το είχε μάθει, εκείνος – ως φανατικός αντιναζιστής που είχε φυλακιστεί από τη Γκεστάπο – πιθανότατα θα είχε διαλύσει τον αρραβώνα».
Η ανακάλυψη του Falter αναδεικνύει πόσο οι νέες, προσβάσιμες πλέον συλλογές αρχείων αναδιαμορφώνουν την κατανόηση των Γερμανών για τις οικογενειακές τους ιστορίες – τη στιγμή που η στήριξη στις ακροδεξιές δυνάμεις παραμένει υψηλή και εκείνες πιέζουν τη χώρα να «ξεπεράσει» το ναζιστικό παρελθόν της.
Εκατομμύρια καρτέλες, που παλαιότερα προστατεύονταν από τους γερμανικούς νόμους περί απορρήτου και απαιτούσαν χρονοβόρες διαδικασίες για πρόσβαση, είναι εδώ και λίγους μήνες άμεσα αναζητήσιμες μέσω γερμανικών ΜΜΕ, μετά τη δημοσίευση των διασωθέντων φακέλων μελών στο διαδίκτυο από τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ.
«Τι έκαναν οι παππούδες σας στην εποχή των Ναζί;» ρωτά τους αναγνώστες του το Der Spiegel. «Ερευνήστε εδώ την ιστορία της οικογένειάς σας στο NSDAP», προτρέπει η Die Zeit.
Η προώθηση αυτών των εργαλείων συμπίπτει με τη διαρκή άνοδο της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD). Στελέχη της απορρίπτουν την Erinnerungskultur, την «κουλτούρα μνήμης» της μεταπολεμικής Γερμανίας, υποστηρίζοντας ότι η χώρα πρέπει να αφήσει πίσω της την «ιστορία της ενοχής» και να εστιάσει στην εθνική υπερηφάνεια.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο δισεκατομμυριούχος Elon Musk, τότε ανώτερος σύμβουλος του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump, είπε σε συγκέντρωση της AfD πέρυσι ότι η Γερμανία έχει «υπερβολική προσήλωση στην ενοχή του παρελθόντος» και ότι τα παιδιά δεν πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνα για τις «αμαρτίες των προπαππούδων τους».
Οι νέες βάσεις δεδομένων λειτουργούν αντίρροπα σε αυτά τα καλέσματα, ενθαρρύνοντας τους Γερμανούς να εξετάσουν πιο προσεκτικά τους δεσμούς των οικογενειών τους με τον ναζισμό και να ξανασκεφτούν πώς οι απλοί πολίτες κανονικοποίησαν τον εξτρεμισμό.
Τα αρχεία δεν εξηγούν γιατί κάποιος προσχώρησε στο κόμμα. Ωστόσο, οι ερευνητές λένε ότι η ημερομηνία ένταξης μπορεί να δείξει αν υπήρχε ιδεολογικό κίνητρο.
«Πριν από το 1933, ήταν πιθανότερο να πρόκειται για πεποίθηση· μετά το 1933, μετά την εγκαθίδρυση του Τρίτου Ράιχ, υπήρχαν πάρα πολλοί καιροσκόποι που μπήκαν στο κόμμα για πιο ιδιοτελείς λόγους: για προαγωγή, για οικονομικά οφέλη, ή και για να προστατεύσουν ένα μέλος της οικογένειας, και ούτω καθεξής», είπε ο Falter στο CNN, αναφερόμενος στο έτος που οι Ναζί κατέλαβαν την εξουσία. Στο βιβλίο του «Hitler’s Party Comrades» αναλύει την εξέλιξη της κομματικής βάσης και τα πιθανά κίνητρα ένταξης.
Στις τελευταίες μέρες του πολέμου, οι Ναζί επιχείρησαν να καταστρέψουν τη μεγάλη συλλογή καρτελών μελών, μεταφέροντάς τες σε χαρτοποιία κοντά στο Μόναχο. Σώθηκαν την τελευταία στιγμή από τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου, που έπεισε τον αμερικανικό στρατό που κατέφθανε για την αξία τους.
Φρέσκια ιστορική αποτίμηση;
Η μηχανή αναζήτησης του Der Spiegel έχει κεντρική θέση στην αρχική σελίδα του εδώ και εβδομάδες και, όπως αναφέρει το μέσο, έχει λάβει αρκετές χιλιάδες emails από αναγνώστες που εντόπισαν συγγενείς τους στα αρχεία.
Κάποιοι ειδικοί εκτιμούν ότι οι βάσεις δεδομένων τροφοδοτούν μια νέα φάση Vergangenheitsbewältigung στη Γερμανία, δηλαδή «διαχείρισης του παρελθόντος». Η χώρα έχει περάσει αρκετές τέτοιες φάσεις μετά το Τρίτο Ράιχ. Η τωρινή συζήτηση εστιάζει συγκεκριμένα στη μνήμη της οικογένειας και στην αμφισβήτηση των εξωραϊσμένων αφηγήσεων που μπορεί να έχουν μεταφερθεί για το τι έκαναν οι πρόγονοι υπό τον ναζισμό.
«Για δεκαετίες, εκατομμύρια Γερμανοί ήθελαν να πιστεύουν ότι οι οικογένειές τους δεν είχαν εμπλοκή στη βία, στα εγκλήματα πολέμου και στη δολοφονία των Εβραίων που διέπραξαν οι Ναζί. Τώρα, 80 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, πολλοί άρχισαν να αμφισβητούν εκ νέου τα ταμπού και τους οικογενειακούς μύθους», είπε στο CNN δημοσιογράφος του Der Spiegel που εργάστηκε στο πρότζεκτ.
Ο Mikkel Dack, αναπληρωτής καθηγητής γερμανικής ιστορίας στο Rowan University στις ΗΠΑ, σημείωσε ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 υπήρξαν σημαντικές εθνικές προσπάθειες ιστορικής αποτίμησης, συμπεριλαμβανομένων μνημείων όπως τα Stolpersteine, οι τσιμεντένιοι λίθοι στα πεζοδρόμια σε όλη τη Γερμανία και την Ευρώπη που σηματοδοτούν την τελευταία γνωστή κατοικία Εβραίων και άλλων θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο, όμως, ήταν ελάχιστες.
«Πολλές γερμανικές οικογένειες βασίστηκαν σε ένα προστατευτικό τείχος αυτού που συχνά αποκαλείται “επικοινωνιακή μνήμη”, δηλαδή ιστορίες που μεταδίδονται προφορικά από παππούδες και γονείς», είπε ο Dack στο CNN. «Αυτές οι ιστορίες συχνά έλεγαν ότι οι πρόγονοί τους ήταν εντελώς αμόλυντοι από τον ναζισμό».
Και συνέχισε: «Αυτές οι αφηγήσεις συγκρούονται ευθέως με τα εμπειρικά δεδομένα που είναι τώρα προσβάσιμα».
Το φαινόμενο των αλλοιωμένων αφηγήσεων εξερευνάται στο βιβλίο μη μυθοπλασίας του 2002 «Grandpa wasn’t a Nazi». Ως κοινωνιολογική μελέτη, εξετάζει πώς οι σύγχρονες οικογένειες θυμούνται τον πόλεμο και διαπιστώνει έντονη απόκλιση μεταξύ ιστορικής πραγματικότητας και οικογενειακής μνήμης. Παρότι οι νεότερες γενιές διδάχθηκαν στο σχολείο τις θηριωδίες του Ολοκαυτώματος, ο οικογενειακός «θρύλος» συνέχισε να εξωραΐζει το παρελθόν, παρουσιάζοντας συχνά τους παππούδες ως ήρωες, διασώστες ή και θύματα.
«Υπήρχαν σιωπές στην οικογένεια, υπήρχαν ιστορίες, υπήρχαν εξωραϊσμένες αφηγήσεις. Νομίζω ότι επιτέλους τώρα, χάρη σε αυτές τις μηχανές αναζήτησης, αυτό αλλάζει», είπε ο Dack.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η σταδιακή απώλεια της τελευταίας γενιάς με βιωμένη εμπειρία του Τρίτου Ράιχ, κάτι που σημαίνει ότι τα ναζιστικά εγκλήματα περνούν από τη ζώσα μνήμη στην ιστορία και την τυπική εκπαίδευση. Αυτή η απόσταση διευκολύνει τις νεότερες γενιές να ξεχωρίσουν τον οικογενειακό μύθο από την πραγματικότητα του καθεστώτος.
Παρότι υπάρχουν συγκυριακοί λόγοι για τη δημοσιοποίηση των μητρώων τώρα, ο Dack θεωρεί ότι το τρέχον κύμα ιστορικής αποτίμησης λειτουργεί και ως θεσμική και πολιτειακή αντίδραση στην άνοδο της ακροδεξιάς. Το κόμμα απέσπασε 20,8% στις περσινές εθνικές εκλογές, καθιστώντας το τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη στο γερμανικό κοινοβούλιο, όπου διαθέτει 152 έδρες.
«Η δημόσια προώθηση αυτών των φακέλων μελών μεταφέρει ένα σαφές θεσμικό προειδοποιητικό μήνυμα… Ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι εύθραυστοι και η ριζοσπαστικοποίηση είναι μια βαθμιαία διαδικασία».
Ο Falter λέει ότι δεν βλέπει πώς οι σημερινές συζητήσεις θα σταθούν τελικά ως ανάχωμα απέναντι στην άκρα δεξιά στη Γερμανία ή απέναντι στις απαιτήσεις να απαλλαγεί η χώρα από το ναζιστικό της παρελθόν.
«Θα ωθήσουν, όμως, τους ανθρώπους να σκεφτούν ξανά πώς έγινε και υπήρξαν τόσα πολλά μέλη του NSDAP ανάμεσα στους προγόνους μας».