Πριν η Μύκονος γίνει το πιο glamorous νησί της Μεσογείου, ένας Γάλλος βοτανολόγος κατέγραψε εκεί μια από τις πιο τεκμηριωμένες ιστορίες βρυκόλακα στην ιστορία. Το 1701, οι κάτοικοι του νησιού ζούσαν υπό τον τρόμο ενός νεκρού που αρνιόταν να μείνει στον τάφο του. Η υπόθεση έληξε με εκταφή, αφαίρεση καρδιάς και πυρά.
Υπάρχουν δύο Μύκονοι. Η μία είναι αυτή που ξέρουν όλοι — τα λευκά σοκάκια, τα beach clubs, οι celebrities με τα γυαλιά ηλίου. Η άλλη είναι παλαιότερη, σκοτεινότερη, και έχει βρυκόλακα.
Το 1701, ο Γάλλος βοτανολόγος Joseph Pitton de Tournefort έφτασε στη Μύκονο για να μελετήσει την τοπική χλωρίδα και πανίδα. Αντί για σπάνια φυτά, βρήκε ένα νησί σε κατάσταση πανικού. Οι κάτοικοι μιλούσαν για έναν νεκρό συγχωριανό τους που εμφανιζόταν τη νύχτα, έμπαινε στα σπίτια, έκλεβε φαγητό και κρασί, ανέτρεπε έπιπλα και τρόμαζε όποιον έβρισκε μπροστά του. Ο de Tournefort δεν απέρριψε τις μαρτυρίες. Τις κατέγραψε με ακρίβεια και χρησιμοποίησε μάλιστα τον ελληνικό όρο «βρυκόλακας» στα γραπτά του — μια από τις πρώτες τεκμηριωμένες αναφορές του όρου από δυτικό συγγραφέα.
Ο άνδρας που έγινε βρυκόλακας δεν ήταν αγαπητός εν ζωή. Σύμφωνα με τους ντόπιους, ήταν γνωστός για την κακή του διάθεση και είχε τσακωθεί με σχεδόν όλους στο νησί. Πέθανε βίαια — δολοφονήθηκε. Και προφανώς, σύμφωνα με την τοπική πεποίθηση, αυτό ήταν αρκετό για να τον κρατήσει δεμένο στον κόσμο των ζωντανών. Στην αρχή η παρουσία του ήταν απλώς ενοχλητική. Μετά, μια νύχτα, επιτέθηκε σε έναν άνδρα. Το νησί έχασε την ηρεμία του.
Οι κάτοικοι κατέφυγαν στις εκκλησίες, ζητώντας από τους ιερείς να τους ευλογήσουν και να τους προστατέψουν. Η λύση που τελικά επιλέχθηκε ήταν ριζική: εκταφή του πτώματος, αφαίρεση της καρδιάς και καύση των λειψάνων. Ακριβώς αυτό υπαγορεύει η ελληνική λαϊκή παράδοση για την εξόντωση του βρυκόλακα — καταστροφή του σώματος με εμπαλισμό, αποκεφαλισμό ή αποτέφρωση, και μόνο τo Σάββατο, την ημέρα που ο βρυκόλακας επιστρέφει στον τάφο του και είναι ευάλωτος.
Ο βρυκόλακας είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της ελληνικής λαογραφίας, με ρίζες που φτάνουν ως τις σλαβικές παραδόσεις. Ο όρος προέρχεται από τη σλαβική λέξη «varkolak», που αρχικά σήμαινε λυκάνθρωπος και αργότερα πήρε τη σημασία του βαμπίρ σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης. Ο ελληνικός βρυκόλακας, ωστόσο, έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες: δεν πίνει αίμα όπως ο Δράκουλας, αλλά συμπεριφέρεται περισσότερο σαν ζόμπι — ένας νεκρός που αρνείται να φύγει και ταράζει τους ζωντανούς. Η πίστη σε αυτόν ήταν διαδεδομένη στην ελληνική ύπαιθρο ως τα μέσα του 20ού αιώνα, και σε μερικές κοινότητες δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς.
Η ιστορία του βρυκόλακα της Μυκόνου είναι κάτι περισσότερο από μια τρομακτική ιστορία. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε τόπος έχει τη δική του σκοτεινή μνήμη, θαμμένη κάτω από στρώματα τουρισμού και εικόνων για Instagram. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να τη θυμόμαστε.