Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ για την ηθική της κάμερας στο «Possible Love»

Το «Possible Love» του Λι Τσανγκ-ντονγκ εξετάζει το εργασιακό τραύμα, την ανθρώπινη σύνδεση και την ηθική της κάμερας, με αφετηρία πραγματικά γεγονότα του 2009.
Η έβδομη μεγάλου μήκους ταινία του Λι Τσανγκ-ντονγκ αντλεί έμπνευση από τα γεγονότα του 2009, όταν ένας κορεατικός όμιλος απέλυσε το ένα τρίτο του προσωπικού του, δηλαδή 2.600 εργαζόμενους, μετά την οποία πολλοί πέθαναν από αυτοκτονία. Το «Possible Love» είναι η πιο πρόσφατη ταινία σε μια μακρά φιλμογραφία που αγγίζει ζητήματα τάξης, εργασίας, θρησκείας και της συμπιεσμένης νεωτερικότητας, χωρίς να αποκτά διδακτικό τόνο.
Η ταινία δεν στέκεται στη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά σε ό,τι μένει μετά. Ανοίγει με το εδάφιο «Thou shall not covet» και ακολουθεί μια ιστορία για πρόσωπα που επιθυμούν διαρκώς κάτι που δεν έχουν: τη δουλειά του άλλου, τα ρούχα του άλλου, τον/τη σύντροφο του άλλου, τη θέση του άλλου. Η Μι-οκ, την οποία υποδύεται η Τζεον Ντο-γιον, είναι η υπομονετική σύζυγος του Χο-σεοκ, του απολυμένου άνδρα της, που ενσαρκώνει ο Σολ Κιουνγκ-γκου. Σε κηδεία συναδέλφου που αυτοκτόνησε, το ζευγάρι γνωρίζει ένα άλλο ζευγάρι: τη ντοκιμαντερίστρια Γε-τζι, την οποία υποδύεται η Τσο Γιεο-τζεονγκ, και τον πλούσιο σύζυγό της, Σανγκ-ου, τον οποίο υποδύεται ο Ζο Ιν-σουνγκ.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο The Verge κατά την επίσκεψή του στη Νέα Υόρκη, ο Λι μίλησε για την πολιτική του διαδρομή, τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων, τις ιδιότητες της κάμερας και τη συνεργασία με το Netflix. Η συνέντευξη δόθηκε στα κορεατικά και μεταφράστηκε στα αγγλικά.
Στο ερώτημα για το πώς τον επηρέασε το Νταεγκού, από όπου κατάγεται και όπου μεγάλωσε, ο Λι ανέφερε ότι η πόλη θεωρείται το προπύργιο του συντηρητισμού στην Κορέα. Είπε πως φοίτησε εκεί έως το πανεπιστήμιο και μεγάλωσε μέσα σε αυτή τη συντηρητική ατμόσφαιρα, χωρίς όμως να αντιληφθεί πόσο πολιτικά συντηρητικοί ήταν οι κάτοικοι μέχρι να αποφοιτήσει, την άνοιξη του 1980.
Τον Μάιο του 1980 συμμετείχε ως φοιτητής στις διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος του Τσουν Ντου-χουάν και τότε, όπως είπε, ήρθε αντιμέτωπος με τους πολίτες και με τις σκληρές τους απόψεις. Η εμπειρία αυτή τον συγκλόνισε και τον οδήγησε να αναρωτηθεί γιατί οι άνθρωποι στο Νταεγκού ήταν τόσο πολιτικά συντηρητικοί. Όπως σημείωσε, η δική του στάση απέναντι στον κόσμο δεν μπορεί παρά να συνδέεται με μια διαρκή ένταση.
Σε ερώτηση για το αν και πώς συζητούν μεταξύ τους δημιουργοί όπως ο Μπονγκ Τζουν-χο και ο Παρκ Τσαν-γουκ, ο Λι είπε πως γνωρίζονται προσωπικά, αλλά σπάνια μιλούν για τη δουλειά τους. Εξήγησε ότι μπορεί αυτό να είναι σύμπτωση, όμως πίσω από τα έργα τους υπάρχει και κάτι αναπόφευκτο, αφού έζησαν την ίδια σύγχρονη κορεατική ιστορία.
Θυμήθηκε επίσης ένα περιστατικό με τον Μπονγκ Τζουν-χο, πριν εκείνος γυρίσει το «Mother». Όπως είπε, ο Μπονγκ του είχε αναφέρει ύστερα από ποτό ότι σχεδόν είχε ολοκληρώσει ένα σενάριο για μια μητέρα και ήθελε να του το δείξει, επειδή πάλευε με το πώς θα αποτυπώσει τον πόνο της και αν είχε καν το δικαίωμα να το κάνει. Όταν όμως ξεμέθυσε, πιθανότατα το ξέχασε και δεν του το έδειξε ποτέ. Αργότερα, βλέποντας την ταινία, ο Λι είπε πως ίσως κατάλαβε τι εννοούσε.
Με το «Possible Love», ο Λι θέτει παρόμοια ερωτήματα: πώς μπορεί κανείς να αποδώσει την ιστορία ενός άλλου ανθρώπου, τον πόνο ενός άλλου ανθρώπου, ποια στάση οφείλει να κρατήσει και πόση απόσταση πρέπει να διατηρήσει. Ο ίδιος συνέδεσε αυτά τα ζητήματα με την ηθική της κάμερας.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο Λι απάντησε και στην κριτική ματιά του δημοσιογράφου, ο οποίος είπε ότι, ερχόμενος από τα «περιθώρια», ένιωσε σχεδόν αποστροφή βλέποντας τη Γε-τζι να επιδιώκει μια σχεδόν βρικολακική πρόσβαση στους άλλους. Ο Λι σημείωσε πως δεν μπορεί να πει αν η απεικόνιση είναι απόλυτα ακριβής και πως δεν θεωρεί ότι η στάση της Γε-τζι μπορεί να γενικευτεί. Τόνισε όμως ότι η ηρωίδα αποτυπώνει κάτι καθολικό για τους κινηματογραφιστές και όσους χειρίζονται τις ιστορίες των άλλων, όπως οι σκηνοθέτες και οι ρεπόρτερ: δεν είναι ακριβώς οι άνθρωποι που παρουσιάζουν.
Ακόμη κι αν προέρχονται από χαμηλότερη κοινωνική τάξη, είπε, πλέον δεν ανήκουν σε αυτήν. Η θέση τους έχει αλλάξει. Κι όμως, για να κάνουν τη δουλειά τους, μένουν μπροστά στο δίλημμα αν πρέπει να καταγράψουν τον πόνο που εκτυλίσσεται μπροστά τους ή να απομακρυνθούν από την κάμερα. Μπορεί επίσης να χρειαστεί να δημιουργήσουν οι ίδιοι το στιγμιότυπο, στήνοντας την πραγματικότητα. Κατά τον Λι, αυτά είναι βασικά γνωρίσματα της κάμερας: τη στιγμή που κάποιος την κρατά, αποκτά δύναμη και η κάμερα λειτουργεί σύμφωνα με αυτή τη δύναμη.
Πρόσθεσε επίσης ότι οι κινηματογραφιστές βρίσκονται κάπου στη μέση, ούτε στον κόσμο των προσώπων που κινηματογραφούν ούτε στο πλευρό του κεφαλαίου. Παρ’ όλα αυτά, όσοι αφηγούνται τις ιστορίες των άλλων μπορούν, μέσα από την προσπάθειά τους, να φέρουν έστω και μια μικρή αλλαγή.
Στην ταινία, ο Χο-σεοκ καταλήγει να ξεσπά μπροστά στην κάμερα, η οποία λειτουργεί σαν ένα είδος θεραπείας, ακόμη κι αν αυτό δεν ήταν ο αρχικός σκοπός της Γε-τζι.
Η συνεργασία του Λι με τη σεναριογράφο Ο Τζουνγκ-μι ξεκίνησε όταν εκείνη ήταν φοιτήτρια στο Korea National University of Arts. Ο ίδιος είπε πως πρόκειται για σχολή που προσελκύει τους πιο ταλαντούχους και φιλόδοξους φοιτητές, όμως εκείνη ξεχώριζε ακόμη και ανάμεσά τους. Την περιέγραψε ως δημιουργική, με καλή γραφή, αλλά και με ικανότητα να παίρνει απόσταση, να παρατηρεί και να βρίσκει νόημα στα πράγματα.
Όπως παραδέχτηκε, όσο μεγαλώνει νιώθει πιο αμβλυμμένος, πιο μουδιασμένος και πιο δοσμένος στις συνήθειές του, ενώ η Ο Τζουνγκ-μι τον επαναφέρει συχνά σε εγρήγορση, κάτι που εκτιμά ιδιαίτερα. Είπε επίσης πως θεωρεί τον εαυτό του τυχερό, όχι μόνο για τη συνεργασία του μαζί της, αλλά και με όλους όσοι βρίσκονται γύρω του.
Ανέφερε ακόμη ότι η Ο Τζουνγκ-μι πέρασε δύσκολα κατά τη συνεργασία τους, επειδή εκείνος ακύρωνε συνεχώς σχέδια και πρότζεκτ. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη δεν έφυγε ποτέ. Έμεινε στο πλευρό του και τον βοήθησε πολύ, παρότι και η ίδια αναπτύσσει και δημιουργεί ταινίες.
Ο Λι μίλησε τέλος και για τη λειτουργία της κάμερας σε άλλες σκηνές της ταινίας. Η Γε-τζι καταγράφει με στόχο κάτι μεγαλύτερο, ενώ η Μι-οκ τραβά φωτογραφίες του στρωμένου τραπεζιού χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Το υλικό από το ελικόπτερο καταγράφει μια στιγμή αστυνομικής βίας. Στο ερώτημα πώς συγκρίνεται ο ρόλος του κινηματογράφου με όλες τις άλλες περιπτώσεις όπου πατάμε record, ο Λι είπε ότι η Γε-τζι θέλει να συλλάβει στην κάμερά της τους εργάτες που χάνονται και την αξία της εργασίας τους, όπως και ο πατέρας της που είχε καθαριστήριο. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αρνείται ότι αντιμετωπίζει τις ζωές τους και ως υλικό για την ταινία της. Για τους αφηγηματικούς σκηνοθέτες, πρόσθεσε, οι ιστορίες των άλλων που πονάνε συχνά δεν είναι τίποτε άλλο από υλικό για μια εμπορική ταινία.
Για τη Μι-οκ, είπε, η κάμερα είναι ένας τρόπος να εκθέσει τον πόνο και τα προβλήματά της. Έχει και μια δεύτερη επιθυμία: αναρωτιέται αν τα τραύματα του άντρα της μπορούν να θεραπευτούν μέσω της κάμερας, επειδή πιστεύει πως το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ότι κρύβει όλα του τα θέματα, την απόγνωση και τον θυμό του.
Ο σκηνοθέτης εξήγησε επίσης ότι, ως δημιουργός, θέλησε πρώτα απ’ όλα να αποδώσει το περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ που γυρίζει η Γε-τζι και να καταγράψει τα βάσανα των απολυμένων εργατών. Είπε πως ό,τι προσπάθησε να δείξει η Γε-τζι, έπρεπε να το δείξει και η δική του ταινία.
Έφερε ως παράδειγμα τη σκηνή της ομαδικής θεραπείας, που θα μπορούσε να γίνει πολύ μεγάλη και κουραστική και ίσως να δυσκόλευε κάποιους θεατές που πηγαίνουν να δουν μια μυθοπλασία και όχι ένα ντοκιμαντέρ. Παρ’ όλα αυτά, είπε πως ένιωσε ότι έπρεπε να τη μεταφέρει. Αντίστοιχα, για τη σκηνή της καταστολής, μέρος της εμφανίζεται μέσα από αρχειακό υλικό που τραβήχτηκε από απόσταση. Ωστόσο, ως σκηνοθέτης μυθοπλασίας, ένιωσε ότι έχει ευθύνη να αποδώσει και την υποκειμενική μνήμη του Χο-σεοκ κινηματογραφικά. Έτσι, μέσα στη δομή της αφήγησης του ντοκιμαντέρ της Γε-τζι συνυπάρχουν πολλαπλά επίπεδα ρόλων και στόχων.
Στο ερώτημα αν δέχτηκε παρατηρήσεις από τα αμερικανικά στελέχη της ταινίας που να δείχνουν διαφορές από το κορεατικό σύστημα, ο Λι είπε πως δεν ένιωσε τίποτα τέτοιο. Από την προπαραγωγή έως το μοντάζ, το Netflix, ως επενδυτής, δεν παρενέβη ούτε του έδωσε ανεπιθύμητες υποδείξεις. Δεν θέλησε να γενικεύσει, καθώς, όπως είπε, δεν έχει μιλήσει με όλους. Όμως στη δική του περίπτωση δεν είχε τέτοια εμπειρία και, με αυτή την έννοια, το Netflix εγγυήθηκε πλήρως την ανεξαρτησία και την ελευθερία του ως σκηνοθέτη.
Με την ταινία να έχει πλέον ολοκληρωθεί, το Netflix τον στηρίζει και στην προώθησή της, ειδικά στο πλαίσιο της εκστρατείας για τα Όσκαρ. Ο Λι είπε ότι δύσκολα θα είχε λάβει τέτοια βοήθεια χωρίς τη συγκεκριμένη πλατφόρμα.
Το «Possible Love» κυκλοφόρησε σε επιλεγμένες αίθουσες των ΗΠΑ στις 23 Οκτωβρίου και θα είναι διαθέσιμο παγκοσμίως στο Netflix στις 6 Νοεμβρίου.
Το κείμενο δημιουργήθηκε από GPT 5.0. Δείτε τα AI Editorial Guidelines.






