Η Μαίρη Σέλεϊ έζησε έξω από τους ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες της εποχής της από πολύ νωρίς. Στα δεκαεπτά της, το 1814, ερωτεύτηκε τον ποιητή Πέρσι Μπις Σέλεϊ, μια προσωπικότητα επίσης εξωσυμβατική, και έφυγε μαζί του, ενώ εκείνος ήταν ήδη παντρεμένος με τη Χάριετ. Το 1816 η Χάριετ αυτοκτόνησε και ο Πέρσι παντρεύτηκε τη Μαίρη. Η ζωή τους ήταν μια διαρκής περιπέτεια· ταξίδια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, οικονομικές δυσκολίες και θάνατοι, κυρίως των παιδιών που είχε ο Πέρσι με τις διάφορες γυναίκες που βρίσκονταν γύρω του. Ο Πέρσι πνίγηκε σε ναυάγιο το 1822 στην Ιταλία. Η Μαίρη επέστρεψε στο Λονδίνο με το ένα από τέσσερα παιδιά της, που πέθαναν το ένα μετά το άλλο. Στο Λονδίνο, επιμελήθηκε το έργο του συζύγου της και συνέχισε να γράφει μέχρι τον θάνατό της, το 1851. Από τα μυθιστορήματά της το πιο διάσημο είναι ο Φρανκενστάιν, το οποίο γεννήθηκε στις όχθες της λίμνης της Γενεύης, στη βίλα του Λόρδου Βύρωνα, όπου φιλοξενήθηκαν αυτή και ο Πέρσι και όταν ο Βύρων ζήτησε από τους καλεσμένους του να γράψουν μια ιστορία τρόμου.
Το βιβλίο ανοίγει με τις επιστολές που στέλνει ο Ρόμπερτ Ουόλτον στην αδελφή του, Μαργαρίτα. Ο Ουόλτον σκοπεύει να ταξιδέψει με πλοίο στον Βόρειο Πόλο, όπου βρίσκει έναν ταλαιπωρημένο, σχεδόν μισοπεθαμένο άνθρωπο. Είναι ο Βίκτορ Φρανκενστάιν, ο γιατρός, ο οποίος ψάχνει να βρει ένα γιγαντιαίο «πλάσμα» που κυκλοφορεί στους πάγους. Πρόκειται για το δημιούργημά του, το οποίο στη συνέχεια εγκατέλειψε κι εκείνο από μοναξιά και έλλειψη αγάπης εκδικείται σκοτώνοντας τα μέλη της οικογένειας Φρανκενστάιν.
https://www.youtube.com/watch?v=v3sQMFGxZTM
Η ίδια η Σέλλεϋ έγραψε για το έργο της: «η εφευρετικότητα δεν σημαίνει να δημιουργείς από το κενό, αλλά από το χάος, δηλαδή να υπάρχουν τα υλικά, σκοτεινά κι άμορφα, και να μπορείς να τους δώσεις μορφή», γι’ αυτό κι εμείς θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε μια ματιά στο θολό και σκοτεινό χάος απ’ όπου ανέσυρε τα υλικά/αληθινά γεγονότα για να γράψει το αθάνατο μυθιστόρημά της.
Ήδη μια δεκαετία πριν τη συγγραφή του βιβλίου είχαν γίνει γνωστά τα πειράματα του Λουίτζι Γκαλβάνι, ο οποίος με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού κινούσε τα μέλη νεκρών βατράχων. Από την εποχή που δημοσίευσε τα αποτελέσματα των πειραμάτων του μια φρενίτιδα κατέκλυσε την Ευρώπη με ανθρώπους που κινούσαν τα νεκρά μέλη διάφορων ζώων. Παντού, σε κάθε πανεπιστήμιο, εργαστήριο ακόμα και σε θέατρα, νεκρά ζώα «χόρευαν» σύμφωνα με τις ηλεκτρικές εντολές που έδιναν διάφοροι επιστήμονες. Αυτή η ανακάλυψη, ότι δηλαδή με τον ηλεκτρισμό δίνουμε ζωή στο νερό και το παράλυτο, έκανε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι βρήκαν την πηγή της ζωής. Επιστήμονες, αλχημιστές, αποκρυφιστές δόθηκαν στον αγώνα να το επιτύχουν και δεν άργησαν να περάσουν από τα ζώα στους ανθρώπους.
Η Μαίρη πέθανε 54 ετών.