Μια μελέτη 20 ετών αποκάλυψε ότι οι κλώνοι δεν είναι πραγματικά πανομοιότυπα αντίγραφα — συσσωρεύουν τριπλάσιες μεταλλάξεις σε σχέση με τα φυσικά γεννημένα ζώα. Στη 58η γενιά κλωνοποίησης κλώνων, κανένα ποντίκι δεν επέζησε. Τα ευρήματα επηρεάζουν τα πάντα, από τη γεωργία και τη διατήρηση ειδών μέχρι τα φιλόδοξα σχέδια επαναφοράς εξαφανισμένων ζώων.
Το 1996, η πρόβατο Dolly άλλαξε για πάντα την αντίληψή μας για τη βιολογία. Για πρώτη φορά, ένα θηλαστικό είχε κλωνοποιηθεί από ενήλικο κύτταρο — κάτι που μέχρι τότε θεωρούνταν αδύνατο. Ένα χρόνο αργότερα, ο Teruhiko Wakayama στο Πανεπιστήμιο Yamanashi της Ιαπωνίας δημιούργησε την Cumulina, το πρώτο κλωνοποιημένο ποντίκι. Από τότε, η κλωνοποίηση έμοιαζε να ανοίγει έναν δρόμο χωρίς τέλος. Μια νέα μελέτη δείχνει ότι αυτός ο δρόμος έχει τοίχο.
Ο Wakayama ξεκίνησε το 2005 ένα πείραμα απλό στη σύλληψη αλλά εντυπωσιακό στη διάρκεια: να κλωνοποιεί κλώνους, γενιά μετά γενιά, για να δει πόσο καλά αντέχει η μέθοδος. Μέχρι το 2013, η ομάδα του είχε παράγει πάνω από 500 ποντίκια σε 25 διαδοχικές γενιές — όλα υγιή, με φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής. Φαινόταν ότι η κλωνοποίηση μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Δεν μπορούσε.
Καθώς το πείραμα συνεχιζόταν, το ποσοστό επιτυχίας άρχισε να πέφτει. Στη 58η γενιά, κανένας κλώνος δεν επέζησε. Για να καταλάβουν γιατί, οι ερευνητές ανέλυσαν το γονιδίωμα δέκα ποντικιών από διαφορετικές γενιές. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό: κάθε γενιά κλώνων συσσώρευε κατά μέσο όρο πάνω από 70 μεταλλάξεις — τριπλάσιες από αυτές που εμφανίζονται σε ποντίκια που αναπαράγονται φυσιολογικά. Μετά τη 27η γενιά, άρχισαν να εμφανίζονται μεγάλης κλίμακας γενετικές βλάβες, με αποκορύφωμα την πλήρη απώλεια ενός χρωμοσώματος Χ.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτές οι μεταλλάξεις προέρχονται από τα ίδια τα κύτταρα-δότες ή από τη διαδικασία της κλωνοποίησης. Τα σωματικά κύτταρα — αυτά που χρησιμοποιούνται στην κλωνοποίηση — συσσωρεύουν μεταλλάξεις πολύ πιο γρήγορα από τα αναπαραγωγικά κύτταρα. Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι τα αιμοσφαίρια μεταλλάσσονται οκτώ φορές ταχύτερα από τα σπερματοζωάρια. Αν λοιπόν ο κλώνος φτιάχνεται από ένα κύτταρο που ήδη φέρει πολλές μεταλλάξεις, αυτές μεταφέρονται αυτόματα στον απόγονο. Ο Wakayama, ωστόσο, πιστεύει ότι και η ίδια η διαδικασία μεταφοράς πυρήνα μπορεί να προκαλεί επιπλέον βλάβες στο DNA — κάτι που, αν ισχύει, κάνει το πρόβλημα δυσκολότερο να λυθεί.
Τα ευρήματα δεν καταδικάζουν την κλωνοποίηση ως τεχνολογία, αλλά περιπλέκουν σημαντικά τις εφαρμογές της. Στη γεωργία, η κλωνοποίηση χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή ζώων υψηλής απόδοσης. Στη διατήρηση ειδών, εξετάζεται ως εργαλείο για να σωθούν πληθυσμοί που βρίσκονται στα πρόθυρα εξαφάνισης. Και στο πεδίο της de-extinction — της επαναφοράς εξαφανισμένων ειδών όπως ο μαμούθ — η κλωνοποίηση είναι κεντρικό στοιχείο των σχεδίων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η συσσώρευση μεταλλάξεων δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό πρόβλημα — είναι πρακτικός κίνδυνος.
Η κλωνοποίηση ήταν πάντα μια τεχνολογία με υψηλό κόστος αποτυχίας. Τώρα ξέρουμε ότι ακόμα και όταν φαινομενικά πετυχαίνει, κουβαλά μέσα της τους σπόρους της αποτυχίας της. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μπορούμε να κλωνοποιούμε — αλλά αν καταλαβαίνουμε αρκετά καλά τι κλωνοποιούμε.