Βαριόφωνα, αιθερόφωνα (θέραμιν ή τέραμιν), συμφωνικά έργα ερμηνευμένα από… σειρήνες εργοστασίων («συμφωνία των σειρήνων» – Arseny Avraamov – Μπακού 1923), ήχοι από φως, ορχήστρες θορύβων, μουσική «ζωγραφισμένη» κι ύστερα κινηματογραφημένη, γραφικοί ήχοι, «η σουίτα τού καρμπυρατέρ», μουσική ελεύθερη χωρίς τόνους και ημιτόνια, «επαναστατικές μηχανές ήχου» και ηχητικοί πειραματισμοί που δεν έρχονται από το μέλλον, αλλά από την επαναστατική και μετεπαναστατική Ρωσία, εκατό χρόνια πριν, είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν όσοι παρακολούθησαν τις εργασίες της διημερίδας για τα «100 χρόνια από την οκτωβριανή επανάσταση: Ουτοπία και ματαίωση, πρωτοπορίες και κοινωνική αλλαγή» που ολοκληρώθηκε χθες το βράδυ στις εγκαταστάσεις του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Ήταν η ιδιότυπη διάλεξη – «συναυλία» με πρωτοποριακούς ήχους και ηχητικές μηχανές που έδωσε ο επίσημος προσκεκλημένος ομιλητής Αντρέι Σμιρνόφ, Ερευνητής & Λέκτορας Κέντρου Ηλεκτροακουστικής Μουσικής Κρατικού Ωδείου της Μόσχας & Σχολής Σύγχρονης Φωτογραφίας και Πολυμέσων Rodchenko.
Τίτλος της εντυπωσιακής παρουσίασής του, που προέκυψε από χρόνιες μελέτες στα αρχεία του κρατικού ιδρύματος θεωρίας μουσικής και κατασκευής μουσικών οργάνων της Μόσχας, ήταν: «Επαναστατικές Μηχανές Ήχου και Μοίρα του Ηχητικού Πειραματισμού στην Μετεπαναστατική Ρωσία».

Με αναφορές σε πρωτοποριακά μουσικά όργανα από δημιουργούς άλλων καλλιτεχνικών και επιστημονικών ειδικοτήτων (γιατρούς, μηχανικούς, ηθοποιούς, μηχανικούς, σκηνοθέτες, μαθηματικούς, ζωγράφους κ.α. λόγω της διατομεακής φύσης του ρωσικού πολιτισμού στις δεκαετίες του 1910 και 1920), γεγονός που οδήγησε σε αλλαγές των γενικά αποδεκτών αισθητικών προτύπων, ο ομιλητής παρουσίασε δείγματα μουσικών και οργάνων που εντυπωσίασαν τους ακροατές του συνεδρίου.
Με ήχους από σπασμένες πλάκες γραμμοφώνου, ήχοι από φως και ζωγραφιές, ήχοι και τέχνη που θα έπρεπε να είναι σαν… «ιός που εξαπλώνεται» (κατά τον κονστρουκτιβιστή Σόλομον Νικρίτιν), ονόματα μουσικών και εφευρετών που… «ηχούσαν» σα να έρχονται από το… «σιδηρούν παραπέτασμα», ο ομιλητής εντυπωσίασε το ακροατήριο.
Καθώς όμως στη Μετεπαναστατική Ρωσία επικράτησε η «εξάρτηση της αισθητικής αξίας ενός καλλιτεχνικού έργου από την τελική του χρησιμότητα», όπως έλεγε αργότερα στη δική του εισήγηση με τίτλο «Η τέχνη στην υπηρεσία του λαού ή πώς η επανάσταση τρώει τα παιδιά της» o επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ & πρόεδρος ΔΣ του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Ανδρέας Τάκης, την επαναστατική ουτοπία της δεκαετίας του 1920 διαδέχθηκε η αυταρχική εποχή των δεκαετιών 1930-1950 οπότε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν επέτρεπε πειραματισμούς, ο «φορμαλισμός» καταργήθηκε, οι καλλιτέχνες ήταν αποκλειστικά κρατικοί υπάλληλοι, το πειραματικό κρινόταν ως «πολιτικά εγκληματικό» και όλα τέλειωσαν.

Ήταν η εποχή που ο Ρώσος φυσικός και τσελίστας Λέβ Σεργκιέγιεβιτς Τερμέν από την Αγία Πετρούπολη, ο δημιουργός του «αιθερόφωνου» (του μουσικού οργάνου που έπαιζε μουσική με… τον αέρα κι ενθουσίασε την πολιτική ηγεσία για τη χρήση του ως… σειρήνα συναγερμού) μετονομάστηκε σε… «Λέον Τέρεμιν», όταν με εντολή του ισχυρού κόμματος έφυγε αρχικά στην Ευρώπη και στη συνέχεια στην Αμερική.
Όπως, εξάλλου, ανέφερε σε αποστροφή της ομιλίας του εισηγητής… «λέγεται πως ο Βλαντιμίρ Λένιν χαρακτήριζε τους ανθρώπους της τέχνης και ειδικά τους “πειραματιστες” ως… “διανοητική σκωληκοειδίτιδα”, καθώς χρειάζονται μόνο για λόγους… προπαγάνδας στις μάζες. Όταν αυτή ολοκληρωθεί, τους…αφαιρούμε…».

«Η επιτυχία των Ρώσων πρωτοπόρων καλλιτεχνών οφειλόταν στο οραματικό στοιχείο τους και την πλήρη ρήξη τους με την παραστατικότητα… Η τέχνη, όμως, ως πολιτικό διακύβευμα έπρεπε να διαμορφώσει τον νέο τύπο ανθρώπου κι έτσι το… νέου τύπου κόμμα μετέτρεψε τους καλλιτέχνες σε στελέχη κρατικών πολιτιστικών οργανισμών (μουσεία, πινακοθήκες, σχολές), τοποθέτησε τα έργα τους στον χώρο κι όχι στο βάθρο, τα «έστειλε» για υποθετική ανθρώπινη χρήση και αντικατέστησε την «ελευθεριότητα» των πειραματισμών τους με την… εξουσία στις νέες θέσεις. Τελικά, η τέχνη τους θεωρήθηκε ακατανόητη από τις λαϊκές μάζες, ο κονστρουκτιβισμός αντικαταστάθηκε από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και η πολιτική κατίσχυση της ομάδας του Στάλιν οδήγησε σύντομα στην περιθωριοποίηση και, σε μερικές περιπτώσεις, στην «εκκαθάρισή» τους ως «υπονομευτών», έλεγε στην εισήγηση του ο πρόεδρος του ΔΣ του Κρατικού Μουσείου Συγχρονης Τέχνης, Ανδρέας Τάκης, για να καταλήξει πως «μπορεί η ρώσικη επανάσταση να ηττήθηκε πολιτικά, οι υποσχέσεις της όμως θα μας εγκαλούν συνεχώς στην αντίληψή μας, στην επαναστατικότητά μας, στην πράξη μας…».

Νωρίτερα, η διευθύντρια του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Μαρία Τσαντσάνογλου, αναφερόταν στην εισήγησή της με τίτλο «Ζωγράφοι και Αρχιτέκτονες στην Οικοδόμηση της Πόλης του Μέλλοντος», στην επικράτηση του κινήματος του κονστρουκτιβισμού στις τέχνες στη δεκαετία του ΄20 στη Ρωσία οπότε οι καλλιτέχνες προσέφεραν προτάσεις στο έργο των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων (στη χρήση των υλικών, αλλά και στη διερεύνηση νέων όγκων και φόρμας) με απώτερο σκοπό τη δημιουργία μιας νέας αισθητικής για τους ανθρώπους της νέας σοβιετικής κοινωνίας. («Ιπτάμενες πόλεις» και «Πόλεις του μέλλοντος» του Γκούσταβ Κλούσιτς, ο ύψους 300 μέτρων «Πύργος του Τάτλιν», που ουδέποτε οικοδομήθηκε στο σαθρό έδαφος της Αγίας Πετρούπολης, τα περίφημα «περίπτερα προπαγάνδας», η αψίδα του Αλεξέι Βασίλιεβιτς Μπάμπιτσεφ κ.α).

«Η έννοια της επανάστασης, όπως και η έννοια της ουτοπίας, είναι άρρηκτα συνδεδεµένες και είναι αυτή η διαδικασία, που η “επανάσταση” παύει να υφίσταται εφόσον µετατρέπεται σε ένα νέο “κατεστηµένο” και ως εκ τούτου, αυτο-µαταιώνεται. Είναι αυτή η αέναη “πάλη” µεταξύ του ιδεώδους και του ρεαλιστικού, που έχει εµπνεύσει τη δηµιουργία των µεγαλύτερων και διαχρονικότερων έργων τέχνης και µέσα από την τέχνη η ουτοπία δεν µαταιώνεται, αλλά συνεχίζει να επιζεί και µαζί της επιζεί και η ελπίδα. Ίσως γι αυτόν ακριβώς τον λόγο η τέχνη έχει την τεράστια και απαράμιλλη δύναµη να συγκινεί, να συγκλονίζει και να µετουσιώνει τόσο τον εξουσιαστή όσο και τον εξουσιαζόµενο. Η μεγάλη τέχνη δεν εξουσιάζεται και δεν επιχειρεί να εξουσιάσει, καθώς αποτελεί από µόνη της µία ανεπανάληπτη εσωτερική επανάσταση για κάθε ανθρώπινη ψυχή» έλεγε κατά την έναρξη της διημερίδας ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής – πιανίστας Γιώργος Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ενώ εξαιρετική και «ιαματική» των προβληματισμών που προκάλεσαν οι αμφισημίες των εισηγήσεων ήταν η ανάγνωση ποιημάτων Ρώσων ποιητών από ηθοποιούς του ΚΘΒΕ.