Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εξέτασε την πρόκληση κατά του εκτελεστικού διατάγματος Τραμπ που καταργεί το birthright citizenship — το δικαίωμα αυτόματης απόκτησης ιθαγένειας για όσους γεννιούνται στο αμερικανικό έδαφος. Οι δικαστές φάνηκαν σκεπτικοί απέναντι στη θέση της κυβέρνησης, αλλά το γεγονός και μόνο ότι η υπόθεση έφτασε ως εκεί αποτελεί νίκη για τους υποστηρικτές της αντιμεταναστευτικής πολιτικής. Το 14ο Τροπολογία της αμερικανικής συνταγματικής ιστορίας βρίσκεται για πρώτη φορά σε πραγματικό κίνδυνο.
Λίγες ώρες αφότου ορκίστηκε για δεύτερη φορά πρόεδρος, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με τίτλο «Προστασία της σημασίας και της αξίας της αμερικανικής ιθαγένειας». Σύμφωνα με αυτό, τα παιδιά που γεννιούνται στις ΗΠΑ από μητέρες χωρίς νόμιμη μόνιμη διαμονή δεν θα αποκτούν αυτόματα αμερικανική ιθαγένεια — εκτός αν ο πατέρας τους είναι πολίτης ή κάτοχος πράσινης κάρτας. Το διάταγμα προέβλεπε εφαρμογή 30 ημέρες μετά την υπογραφή του, αλλά ομοσπονδιακά δικαστήρια το ανέστειλαν αμέσως. Το birthright citizenship παραμένει, προς το παρόν, νόμος.
Η νομική βάση της κυβέρνησης Τραμπ στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη φράση της 14ης Τροπολογίας: «subject to the jurisdiction thereof» — δηλαδή «υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία της». Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι παράτυποι μετανάστες και οι κάτοχοι προσωρινών βίζα δεν εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία, καθώς η αφοσίωσή τους ανήκει σε ξένη δύναμη. Αυτή η ερμηνεία θα αναιρούσε αιώνες νομολογίας — συμπεριλαμβανομένης της απόφασης United States v. Wong Kim Ark του 1898, που έκρινε ότι τα παιδιά Κινέζων μεταναστών που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ είναι Αμερικανοί πολίτες, παρά τον τότε ισχύοντα νόμο αποκλεισμού των Κινέζων.
Στην αίθουσα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι δικαστές δεν φάνηκαν πεπεισμένοι. Ο δικαστής Νιλ Γκόρσατς, απαντώντας στο επιχείρημα της κυβέρνησης ότι «ζούμε σε έναν νέο κόσμο» όπου οκτώ δισεκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται «μια πτήση μακριά» από το να αποκτήσουν παιδί με αμερικανική ιθαγένεια, συμφώνησε με την παρατήρηση — αλλά πρόσθεσε αμέσως: «Είναι ένας νέος κόσμος, αλλά είναι το ίδιο Σύνταγμα». Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς χαρακτήρισε τα παραδείγματα εξαιρέσεων που επικαλέστηκε η κυβέρνηση — όπως τα παιδιά πρεσβευτών ή εχθρών κατά τη διάρκεια εισβολής — ως «πολύ ιδιόρρυθμα» και μη συγκρίσιμα με «μια ολόκληρη κατηγορία παράνομων αλλοδαπών».
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν η κυβέρνηση θα κερδίσει αυτή τη μάχη. Είναι το γεγονός ότι η μάχη διεξάγεται καθόλου. Η Karen Tumlin, διευθύντρια του Justice Action Center, χαρακτήρισε την υπόθεση «καναρίνι στο ορυχείο για τη δημοκρατία μας»: αν ο πρόεδρος μπορεί να καταργήσει το birthright citizenship με ένα διάταγμα, τότε καμία συνταγματική προστασία δεν είναι ασφαλής. Η 14η Τροπολογία δεν ψηφίστηκε τυχαία — ήταν η απάντηση στην απόφαση Dred Scott του 1857, με την οποία το ίδιο δικαστήριο είχε κρίνει ότι οι σκλαβωμένοι άνθρωποι δεν είναι πολίτες. Η σύνδεση αυτή δεν διέφυγε της προσοχής των δικαστών.
Η υπόθεση αυτή δεν υπάρχει στο κενό. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιδιώξει συστηματικά να περιορίσει κάθε μορφή νόμιμης μετανάστευσης: αύξησε τα τέλη για βίζες εργασίας H-1B, σηματοδότησε πιθανή κατάργηση προγραμμάτων για διεθνείς φοιτητές, επέβαλε ταξιδιωτικές απαγορεύσεις που επηρεάζουν ακόμα και αθλητές του Παγκοσμίου Κυπέλλου, και μείωσε το ετήσιο όριο επανεγκατάστασης προσφύγων στις 7.500 — δίνοντας προτεραιότητα σε λευκούς Νοτιοαφρικανούς. Ο ίδιος ο Τραμπ παρακολούθησε τις προφορικές αγορεύσεις από την αίθουσα, γεγονός που τον καθιστά τον πρώτο εν ενεργεία πρόεδρο που παρίσταται σε ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Έξω από το κτίριο βρισκόταν και ο Norman Wong, άμεσος απόγονος του Wong Kim Ark — του ανθρώπου που η υπόθεσή του πριν από 127 χρόνια διαμόρφωσε το δίκαιο που σήμερα αμφισβητείται. Το μήνυμά του προς τους δικαστές ήταν απλό: «Θα ντραπούν στην ιστορία αν το κάνουν λάθος».