Δεκαπέντε χρόνια μετά την καταστροφή που σόκαρε τον κόσμο, η Ιαπωνία επιστρέφει στην πυρηνική ενέργεια — και αυτή τη φορά η κοινή γνώμη δεν αντιδρά. Ο πληθωρισμός, η ενεργειακή εξάρτηση και οι ανάγκες της εποχής του AI αλλάζουν τις ισορροπίες, ακόμα κι αν το τραύμα δεν έχει κλείσει.
Στις 11 Μαρτίου 2011, ένας σεισμός 9 ρίχτερ και το τσουνάμι που ακολούθησε κατέστρεψαν τον πυρηνικό σταθμό Φουκουσίμα Νταϊίτσι στη βορειοανατολική ακτή της Ιαπωνίας. Ήταν η χειρότερη πυρηνική καταστροφή μετά το Τσερνόμπιλ. Πάνω από 22.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τον σεισμό και το τσουνάμι, ενώ 160.000 εγκατέλειψαν τα σπίτια τους λόγω της διαρροής ραδιενέργειας. Σχεδόν 26.000 από αυτούς δεν έχουν επιστρέψει ποτέ. Μέχρι το 2023, οι θάνατοι που αποδίδονται στις συνέπειες της πυρηνικής καταστροφής — από διακοπή ιατρικής περίθαλψης, ψυχολογική κατάρρευση, αυτοκτονίες — έφτασαν τους 2.339.
Η Ιαπωνία τίμησε χθες τη 15η επέτειο με τελετές και ενός λεπτού σιγή. Το συλλογικό τραύμα παραμένει. Αλλά κάτι έχει αλλάξει στη χώρα που κάποτε απέρριπτε κατηγορηματικά κάθε συζήτηση για πυρηνική ενέργεια.
Σήμερα, μια μικρή πλειοψηφία Ιαπώνων — 51% σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας Asahi — τάσσεται υπέρ της επιστροφής στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. Ανάμεσα στους νέους 18 έως 29 ετών, το ποσοστό φτάνει το 66%. Η αλλαγή δεν είναι τυχαία. Ο πληθωρισμός έχει φτάσει σε υψηλό τριάντα ετών, οι λογαριασμοί ρεύματος έχουν γίνει βάρος για τα νοικοκυριά, και η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή — περιοχή από την οποία προέρχεται το 95% του πετρελαίου που εισάγει η χώρα — κάνει την ενεργειακή εξάρτηση να φαίνεται επικίνδυνη πολυτέλεια. Σε αυτό προστίθεται η εκρηκτική ζήτηση ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων AI, που αναζητούν σταθερές και φθηνές πηγές ισχύος.
Η πρωθυπουργός Σανάε Τακαΐτσι έχει κάνει την ενεργειακή αυτονομία κεντρικό στοίχημα της κυβέρνησής της. Στην πρώτη της ομιλία μετά την επανεκλογή τον Φεβρουάριο, μίλησε για εκσυγχρονισμό του πυρηνικού τομέα με αντιδραστήρες νέας γενιάς. Το μήνυμα είναι απλό: λιγότερες εισαγωγές, χαμηλότεροι λογαριασμοί. Αυτή τη στιγμή μόνο 15 από τους 54 αντιδραστήρες που διέθετε η χώρα βρίσκονται σε λειτουργία, καλύπτοντας περίπου το 9% της εγχώριας κατανάλωσης. Ο στόχος για το 2040 είναι το 20% της ηλεκτροπαραγωγής να προέρχεται από πυρηνικές πηγές, παράλληλα με επέκταση των ανανεώσιμων.
Δεν λείπουν οι φωνές που αντιδρούν. Ο Τατσουτζίρο Σουζούκι, καθηγητής Πυρηνικής Μηχανικής στο Πανεπιστήμιο Ναγκασάκι και πρώην αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, αμφισβητεί τόσο την αποδοτικότητα των υπαρχόντων αντιδραστήρων όσο και τις προβλέψεις για εκτίναξη της ζήτησης λόγω AI. Εκτιμά ότι ακόμα κι αν οι προβλέψεις επαληθευτούν, η αύξηση δεν θα ξεπεράσει το 10-15% — επαναφέροντας απλώς τη χώρα στα επίπεδα κατανάλωσης του 2016. Παράλληλα, τοπικές κοινωνίες και ειδικοί εκφράζουν ανησυχίες για την απουσία σαφούς πλαισίου διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων — ένα ζήτημα που παραμένει άλυτο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το κόστος της καταστροφής του 2011 ανήλθε σε περίπου 103 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της TEPCO. Η οριστική αποξήλωση του σταθμού αναμένεται να ολοκληρωθεί σε δύο φάσεις, το 2041 και το 2051. Μέχρι τότε, τα επεξεργασμένα ραδιενεργά απόβλητα θα συνεχίσουν να καταλήγουν στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η Ιαπωνία, δηλαδή, δεν έχει κλείσει ακόμα τον λογαριασμό με το παρελθόν — αλλά ήδη σχεδιάζει το επόμενο κεφάλαιο.