Πενήντα χρόνια πριν, δύο νεαροί που παράτησαν τις σπουδές τους ίδρυσαν μια εταιρεία που κανείς δεν ήθελε να χρηματοδοτήσει. Η Hewlett-Packard απέρριψε πέντε φορές την ιδέα του Wozniak για έναν προσωπικό υπολογιστή. Σήμερα, η Apple είναι η δεύτερη πιο πολύτιμη εταιρεία στον κόσμο, με 2,6 δισεκατομμύρια ενεργές συσκευές σε κυκλοφορία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ιδέα ότι ένας απλός άνθρωπος θα μπορούσε να έχει υπολογιστή στο σπίτι του ήταν σχεδόν γελοία. Οι υπολογιστές της εποχής ήταν τεράστια μηχανήματα που φυλάσσονταν σε κλιματιζόμενες αίθουσες, τα χειρίζονταν ομάδες ειδικών και εξυπηρετούσαν κυβερνήσεις, πανεπιστήμια και μεγάλες εταιρείες. Η ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει προσωπικό αντικείμενο, σαν μια ραδιόφωνο ή μια τηλεόραση, δεν ήταν απλώς τολμηρή — ήταν ακατανόητη για τα standards της εποχής.
Ο Steve Wozniak το ήξερε αυτό καλύτερα από οποιονδήποτε. Εργαζόταν ως νεαρός μηχανικός στη Hewlett-Packard όταν προσπάθησε να πείσει την εταιρεία να αναπτύξει έναν προσωπικό υπολογιστή. Η απάντηση ήρθε πέντε φορές και ήταν πάντα η ίδια: όχι. «Αγαπούσα την εταιρεία μου», είπε αργότερα ο Wozniak στους Los Angeles Times, «αλλά τώρα, έπρεπε να στήσω μια επιχείρηση με τον Steve Jobs». Έτσι, την 1η Απριλίου 1976, οι Jobs, Wozniak και Ronald Wayne υπέγραψαν τα ιδρυτικά έγγραφα της Apple Computer Inc. Ο Wayne εγκατέλειψε σύντομα, φοβισμένος από το οικονομικό ρίσκο — πουλώντας το μερίδιό του για 800 δολάρια, ένα ποσό που σήμερα θα άξιζε δισεκατομμύρια.
Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν μια ομαλή ανοδική πορεία. Η Apple γνώρισε τιτάνιες επιτυχίες — το Macintosh, το iPod, το iPhone, το iPad — αλλά και ταπεινωτικές αποτυχίες, όπως ο υπολογιστής Lisa και το Apple III. Τη δεκαετία του 1990, η εταιρεία βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, απολύοντας το ένα τρίτο του προσωπικού της. Σώθηκε με την επιστροφή του Jobs, ο οποίος είχε εκδιωχθεί από την ίδια του την εταιρεία το 1985 έπειτα από σύγκρουση με το διοικητικό συμβούλιο. Ήταν μια από τις πιο δραματικές επιστροφές στην ιστορία του επιχειρείν.
Η φιλοσοφία που έκανε την Apple να ξεχωρίσει δεν ήταν απλώς η τεχνολογία — ήταν η εμμονή με τη λεπτομέρεια. Όταν ανέπτυξε το Face ID, η εταιρεία δοκίμασε το σύστημα σε ράλι μοτοσικλετών Harley-Davidson και προσέλαβε καλλιτέχνες ειδικών εφέ του Χόλιγουντ για να βεβαιωθεί ότι καμία μάσκα δεν θα μπορούσε να το ξεγελάσει. Αυτή η νοοτροπία — το να σκέφτεσαι κάθε πιθανό σενάριο πριν το σκεφτεί ο χρήστης — είναι αυτό που μετέτρεψε τα προϊόντα της Apple από απλά gadgets σε αντικείμενα που οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτά.
Σήμερα, η Apple κλείνει μισό αιώνα ζωής με κεφαλαιοποίηση που ξεπερνά τα 3,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, τζίρο 416 δισεκατομμυρίων και κέρδη 112 δισεκατομμυρίων για το τελευταίο οικονομικό έτος. Από το γκαράζ της οικογένειας Jobs στην Καλιφόρνια, η εταιρεία έχει μεταφερθεί σε ένα εμβληματικό κυκλικό κτίριο στο Κουπερτίνο και απασχολεί 166.000 ανθρώπους. Πάνω από 2,6 δισεκατομμύρια συσκευές της είναι ενεργές σε όλο τον κόσμο. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να «σκέφτεται διαφορετικά» — όπως έγραψε ο CEO Tim Cook στην επιστολή του για τα 50 χρόνια — σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη ανατρέπει τους κανόνες του παιχνιδιού για όλους, ακόμα και για τους πιο ισχυρούς.