Της Michelle Goldberg (*)

Το 2014, ο Πίτερ Πομεραντσόφ, ένας βρετανός δημοσιογράφος γεννημένος στη Σοβιετική Ενωση, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Τίποτα δεν είναι αλήθεια και όλα είναι πιθανά», όπου περιέγραψε την εμπειρία του από τη δουλειά του στη ρωσική τηλεόραση: απουσία ορθολογισμού, υποκίνηση πανικού και φόβου, κυριαρχία ενός λόγου του μίσους.


👽 "Beam me up Scotty": facebook.com/Futurology.gr

Από το 2016 κι ύστερα, το βιβλίο απέκτησε νέα δημοτικότητα μεταξύ εκείνων που προσπαθούσαν να καταλάβουν τις νίκες του Brexit και του Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο καταστροφές, όπου έπαιξε καταλυτικό ρόλο η ρωσική προπαγάνδα, απέδειξαν τον θρίαμβο της ξενοφοβικής πολιτικής. Το βιβλίο του Πομεραντσόφ φάνηκε ξαφνικά να είναι προφητικό για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο δημοσιογράφος έγραψε τώρα ένα καινούργιο βιβλίο με τίτλο «Αυτό δεν είναι προπαγάνδα: περιπέτειες στον πόλεμο εναντίον της πραγματικότητας», όπου προσπαθεί να εξηγήσει με ποιον τρόπο τα αποπροσανατολιστικά φαινόμενα που παρατήρησε στη Ρωσία απέκτησαν οικουμενικό χαρακτήρα. Παιδί εξόριστων σοβιετικών διαφωνούντων, ο Πομεραντσόφ αντιπαραβάλλει την ιστορία της οικογένειάς του – σε μια εποχή που οι ιδέες, η τέχνη και η ενημέρωση έμοιαζαν να νικούν την τυραννία – με τη σημερινή εποχή που η αλήθεια μοιάζει να μην έχει καμιά σημασία.

«Στην εποχή της γκλάσνοστ, φαινόταν πως η αλήθεια θα απελευθέρωνε όλο τον κόσμο», γράφει. «Οι δικτάτορες φοβόντουσαν τόσο πολύ τα γεγονότα, ώστε τα κατέστελλαν. Κάτι πήγε στραβά όμως: έχουμε μεγαλύτερη πρόσβαση από ποτέ στην ενημέρωση, αλλά τα γεγονότα μοιάζει να έχουν χάσει τη δύναμή τους».

Γιατί; Ενας λόγος είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που επιτρέπουν τη γρήγορη διάδοση της παραπληροφόρησης. Ο Πομεραντσόφ όμως έχει μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, γράφει, τα δύο στρατόπεδα ανταγωνίζονταν στο ποιο σύστημα – ο δημοκρατικός καπιταλισμός ή ο κομμουνισμός – θα προσφέρει μια πιο ρόδινη εικόνα για την ανθρωπότητα. Ο μόνος τρόπος να αποδείξεις ότι είχες δίκιο ήταν να βασιστείς σε γεγονότα. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι τα καθεστώτα έλεγαν την αλήθεια, αλλά ότι ήθελαν να παρουσιαστούν ως αληθοφανή. Γι’αυτό και τα γεγονότα που αποκάλυπταν τα ψέματά τους τούς απειλούσαν.

Σήμερα, λίγοι είναι οι ηγέτες που υποστηρίζουν ότι έχουν έναν ιδεολογικό χάρτη για έναν καλύτερο κόσμο. Ο Πομεραντσόφ αντιπαραβάλλει τη σοβιετική προπαγάνδα, που προσπάθησε, έστω με ωμό τρόπο, να είναι πειστική, με τη σύγχρονη ρωσική παραπληροφόρηση, που απλώς προσπαθεί να σπείρει τη σύγχυση. Θα μπορούσε κανείς να κάνει μια ανάλογη σύγκριση ανάμεσα στη ρητορική του Ρίγκαν και σ’ εκείνη του Τραμπ. Όπως έγραψε και η ρωσοαμερικανίδα καθηγήτρια του Χάρβαρντ Σβετλάνα Μπόιμ, “ο 20ός αιώνας ξεκίνησε με ουτοπία και τελείωσε με νοσταλγία”.

Η κουλτούρα μοιάζει σήμερα παγιδευμένη. Τα social media δημιουργούν μια αίσθηση αιώνιου παρόντος. Πράγματα που έγιναν πριν από δύο εβδομάδες μοιάζουν με μισοξεχασμένη ιστορία. Η τεχνολογία του Διαδικτύου, που κάποτε περιβαλλόταν από έναν φουτουριστικό ιδεαλισμό, έχει γίνει πηγή καταστροφής και φόβου. Η μόδα έχει γυρίσει στη δεκαετία του 1990, μια εποχή που νοσταλγούσε κι εκείνη τη δεκαετία του 1970. Οι κινηματογράφοι είναι γεμάτοι με ριμέικ. Τουλάχιστον όταν οι Sex Pistols φώναζαν “No future”, μετουσίωναν τον μηδενισμό σε τέχνη. Τώρα;

«Σαν να το παρατραβήξαμε. Φανταστήκαμε πάρα πολλά», λέει ένας χαρακτήρας στη σειρά «Years and Years», μια συμπαραγωγή του ΗΒΟ και του BBC που τοποθετείται σε μερικά χρόνια από σήμερα. «Στείλαμε όλα αυτά τα σκάφη στο διάστημα, πήγαμε στην άκρη του ηλιακού συστήματος, κατασκευάσαμε το Internet, ζωγραφίσαμε όλους αυτούς τους πίνακες, γράψαμε όλα αυτά τα τραγούδια. Κι ύστερα όλα άρχισαν να καταρρέουν».

Στο βιβλίο του, ο Πομεραντσόφ επικαλείται τον Γκλεμπ Παβλόφσκι, έναν πρώην σύμβουλο του Πούτιν ο οποίος συνειδητοποίησε εγκαίρως ότι το τέλος του οικουμενικού οράματος της προόδου θα οδηγούσε σε έναν ανήθικο σχετικισμό. «Η εικόνα μιας κοινής ανθρωπότητας είναι αδύνατη και εναλλακτική λύση δεν έχει φανεί», λέει. «Ο καθένας επινοεί τη δική του κανονική ανθρωπότητα, τη δική του κανονική ιστορία».

Για να ξεπεράσουμε αυτή τη φρικτή στιγμή, πρέπει να αλλάξουμε τους αλγορίθμους που μετατρέπουν το YouTube σε έναν μηχανισμό ριζοσπαστικοποίησης και το Facebook σε εξάρτημα εθνοκάθαρσης. Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως είναι να δημιουργήσουμε πίστη σε ένα μέλλον που δεν θα είναι εφιαλτικό, να δώσουμε στους πολίτες την αίσθηση ελέγχου της τύχης τους. Να κάνουμε την ιστορία να κινηθεί ξανά.

(*) Η Μισέλ Γκόλντμπεργκ είναι αρθρογράφος των New York Times