Τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, από τη Μαδρίτη μέχρι το Ρέικιαβικ, έχουν αναδυθεί πρωτοβουλίες πολιτών, που συγκεντρώνουν, επεξεργάζονται και προωθούν προτάσεις για τη βελτίωση της καθημερινής ζωής. Στόχος είναι να συναποφασίζεται πού θα διατεθούν και πού χρειάζεται να δοθούν τα κρατικά κονδύλια για τα δημόσια έργα. Το κίνημα για τη λήψη κοινών αποφάσεων έχει αρχίσει να διογκώνεται, όμως το πρόβλημα είναι να συμφωνήσουν όλοι σε κάτι.

Με γνώμονα το ζήτημα της ομόνοιας, οι ερευνητές του Ισπανικού Κέντρου Κοινωνικών Μελετών (SCIC) επεξεργάσθηκε ένα πρόγραμμα τύπου «μηχανικής μάθησης» (machine learning), που αναλύει τις διαφορετικές απόψεις και αναζητεί σε αυτές κοινά σημεία, πάνω στα οποία θα στηριχθεί η όποια συμφωνία.


Like us and stay in touch: facebook.com/Futurology.gr

Έως σήμερα, διάφορα άλλα προγράμματα επιτρέπουν στους πολίτες να καταθέσουν τη γνώμη τους, όμως δεν δίνει τη δυνατότητα μίας συνεξέτασης αυτής τους της άποψης με τους αιρετούς, ή τους βουλευτές και τους νομοθέτες. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσης: εκεί όπου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχει κανείς σε διευρυμένα βήματα διαλόγου με δομημένη μορφή, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παρέμβει και να αναλύσει, μέσω της machine learning, μεγάλες ποσότητες δεδομένων, να τα συσχετίσει μεταξύ τους και να βρει κοινά σχέδια, με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό απ’ όσο θα το έκανε ένας συντονιστής. Επίσης, δύναται να εντοπίσει και άλλους κοινούς συσχετισμούς, που ο ανθρώπινος παράγοντας δεν έχει αντιληφθεί.

Αλλά πώς λειτουργεί αυτή η μηχανή στα συστήματα αποφάσεων; Καταρχάς, όπως διαβάζουμε στην έκθεση «Συνδυάζοντας τη θεωρία της κοινωνικής επιλογής κι επιχειρηματολογίας: πραγμάτωση της συλλογικής λήψης αποφάσεων» (Combining social choice theory and argumentation: Enabling collective decision making) θα πρέπει να υπάρχει μια πρόταση, μία σειρά από επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, που να συνθέτουν την άποψη των συμμετεχόντων στον διάλογο.

Με βάση όλα τούτα τα δεδομένα, τονίζουν οι συντάκτες της, το σύστημα μπορεί να εντοπίσει σε ποια από τα επιχειρήματα του διαλόγου υπάρχει μεγαλύτερη αντίθεση, σε ποια υπάρχουν πιο θετικές απόψεις και πού αρνητικές. Όπως εξηγεί ένας από τους συντάκτες, ο Τζόρδι Γκάνθερ «εάν δεν έχει γίνει αποδεκτή μία πρόταση, μπορούμε να δούμε σε ποια ειδικά σημεία της υπάρχει μικρότερη αποδοχή. Κι αυτό βοηθά στην επαναδιατύπωσή της, προκειμένου να γίνεται πιο αποδεκτή».

Ο αλγόριθμος αυτός, που έχει σχεδιασθεί για να ενοποιεί απόψεις με πιο πλήρη τρόπο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε άλλους τομείς, αναλόγως με τις προτεραιότητες. «Μπορεί η συγκεκριμένη να αποδειχθεί ως η πιο αποτελεσματική μέθοδος για να ερχόμαστε σε συμφωνία, διότι αναλύει περισσότερες πληροφορίες και περισσότερες απόψεις, κάνοντας σεβαστή την διαφορετικότητα των απόψεων», διαβεβαιώνει ο Γκάνθερ. Όμως είναι σαφές πως οποιοδήποτε σύστημα που εκθέτει καλλίτερα την όποια πληροφορία κατά τη διαδικασία της λήψης απόφασης βελτιώνει τις πιθανότητες να υπάρξει μία συμφωνία.

Οι ερευνητές έλαβαν ως παράδειγμα τα μοντέλα συμμετοχικότητας των πολιτών της Μαδρίτης και του Ρέικιαβικ, με στόχο η ανάλυσή τους να αντανακλά και στην πραγματικότητα και άλλων μεγαλοπόλεων, βοηθώντας στη βελτίωση της καθημερινότητας, μέσα από την ενδυνάμωση του ρόλου των πολιτών στην λήψη των αποφάσεων. «Επίσης φιλοδοξεί να διαμορφώσει βήματα διαλόγου με πολλαπλούς συμμέτοχους και να διευκολύνει στο να υπάρξει μία όσο το δυνατόν πιο ομόφωνη συμφωνία», εξηγεί η Μάιτε Λόπεθ-Σάντσεθ, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Ερευνών Τεχνητής Νοημοσύνης του SCIC και μία εκ των υπευθύνων της έρευνας.

Όπως τονίζει η ίδια, η μηχανή αυτή βοηθά στη βελτίωση των συστημάτων για τη λήψη αποφάσεων, όπου είναι συχνό φαινόμενο να υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις, ιδίως στα πιο αμφιλεγόμενα θέματα. Όπως προσθέτει, στον διάλογο αυτό μπορεί να συμμετάσχει ο οποιοσδήποτε ανεξαρτήτου πολιτικής ιδεολογίας και να συμβάλει στη λήψη αποφάσεων–όπως το πού θα πρέπει να διατεθούν τα δημόσια κονδύλια. «Οι εφαρμογές θα μπορούσαν να είναι πολλές, όπου υπάρχουν πλαίσια εντός των οποίων οι συμμετέχοντες είναι διατεθειμένοι να καταλήξουν σε μία κοινή απόφαση», εξηγεί η Λόπεθ-Σάντσεθ.

Το σχέδιο αυτό αναδύεται από την επιδίωξη της ψηφιοποίησης των κοινωνικών τάσεων, προκειμένου η λειτουργία του κοινωνικού συνόλου για γίνει πιο αποτελεσματική. «Είναι απαραίτητο να επικαιροποιούμε τον τρόπο λήψης αποφάσεων κι εν γένει την πολιτική και να τα εντάξουμε στους σημερινούς καιρούς και την τεχνολογία. Αυτό θα επιτρέψει μία πιο άμεση και γρήγορη (κι ευελπιστούμε πιο δυναμική) διασύνδεση της κοινωνίας των πολιτών με τους θεσμούς, σε μία εποχή που οι αλλαγές στην κοινωνία μοιάζουν να τρέχουν γρήγορα κι επιτάσσουν πιο γρήγορες και συλλογικές λήψεις αποφάσεων», καταλήγει ο Γκάνθερ.