Την ώρα που οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, ο κόσμος μας διανύει ήδη μια “φιλανθρωπική περίοδο” με τον τομέα της εκπαίδευσης να αποτελεί τον πιο δημοφιλή στόχο περίπου 260.000 ιδρυμάτων παγκοσμίως, ανακοίνωσαν σήμερα ερευνητές.

Ένας αυξανόμενος αριθμός πλουσίων ιδιωτών, οικογενειών και εταιρειών ιδρύει ιδρύματα για κοινωνικές επενδύσεις εν μέσω της συνέχισης της ανισότητας στον κόσμο, επισημαίνει η Πόλα Τζόνσον του Hauser Institute for Civil Society του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, η οποία συνέταξε σχετική έκθεση κατόπιν έρευνας.

Το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει τον μισό παγκόσμιο πλούτο, έναντι του 43% το 2008, σημειώνοντας αύξηση η οποία οφείλεται εν μέρει στα κέρδη από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές και ομόλογα.

Πολλοί σούπερ πλούσιοι Αμερικανοί έχουν ιδρύσει ιδρύματα τα οποία τρέχουν τα δικά τους προγράμματα ή κάνουν δωρεές, μεταξύ των οποίων ο Μπιλ Γκέιτς της Microsoft, ο Ουόρεν Μπάφετ, ο οποίος είναι επικεφαλής του ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων Berkshire Hathaway, και οι αδελφοί Κόουκ, ιδιοκτήτες ενός βιομηχανικού κολοσσού.

Υπάρχουν περισσότεροι από 15 εκατομμύρια εκατομμυριούχοι στον κόσμο και σχεδόν 2.000 δισεκατομμυριούχοι, την ώρα που το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει με λιγότερα από 1,90 δολάριο την ημέρα, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η οποία χρηματοδοτήθηκε από την ελβετική τράπεζα UBS.

Παγκοσμίως το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ιδρυμάτων ανέρχεται σε 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, δηλαδή λίγο περισσότερο από τον προϋπολογισμό για το 2018 της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, όπως επισημαίνεται στην έκθεση που συντάχθηκε έπειτα από εκτίμηση που έγινε σε 39 χώρες στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων κρατών στην Ασία, την Λατινική Αμερική και την Αφρική.

Ο τομέας αυτός διακρίνεται για τη νεότητά του και την πρόσφατη ανάπτυξή του. Σχεδόν τα τρία τέταρτα από τα 80.000 ιδρύματα που δήλωσαν το έτος δημιουργίας τους άρχισαν να λειτουργούν τα τελευταία 25 χρόνια, σύμφωνα με την έκθεση.

“Πράγματι ζούμε σε μια ‘παγκόσμια φιλανθρωπική περίοδο'”, επισημαίνεται στην έκθεση.

“Αν αυτή η πορεία συνεχιστεί, η φιλανθρωπία θα είναι σε θέση να έχει έναν όλο και σημαντικότερο κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο”, προστίθεται.

Πολλοί πλούσιοι ιδρύουν ιδρύματα ωθούμενοι από ένα αίσθημα ηθικής υποχρέωσης, όπως και φόβου ότι, “όταν οι ανισότητες οξύνονται σε τέτοιο βαθμό, αυτό μπορεί να απειλήσει την ειρήνη, την σταθερότητα και το σύστημα της επιχειρηματικής ελευθερίας που δημιούργησε τόσο μεγάλο πλούτο”, υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Η εκπαίδευση αποτέλεσε τον κύριο χρηματοδοτικό στόχο παγκοσμίως, ακολουθούμενη από την κοινωνική πρόνοια, την υγεία, τις τέχνες και τον πολιτισμό και την μείωση της φτώχειας.

“Η εκπαίδευση θεωρείται ταυτοχρόνως ένας τρόπος να προσφερθεί μια ατομική ευκαιρία ανάδειξης -για να ξεφύγει κάποιος από την φτώχεια- και την ίδια ώρα ένας μηχανισμός εθνικής ανάπτυξης”, σύμφωνα με την Τζόνσον.

Οι ερευνητές δεν ήταν σε θέση να πάρουν στοιχεία από έναν μεγαλύτερο αριθμό χωρών. Περίπου το 95% των ιδρυμάτων τα οποία εξετάστηκαν στην έρευνα αυτή βρίσκονταν στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν φορολογικά κίνητρα για να ενθαρρύνουν την φιλανθρωπία.