Tην τελευταία θέση του Ευρωπαϊκού Δείκτη Δεξιοτήτων (ESI) που καταρτίζει το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (cedefop), μοιράζονται η Ελλάδα και η Ισπανία, με «σκορ» 23 μονάδων στις 100 έκαστη, έναντι 75 της πρωταγωνίστριας Τσεχία. Το παραπάνω προκύπτει από δεδομένα που άντλησε το ΑΠΕ-ΜΠΕ από τα στοιχεία του δείκτη που ανακοινώθηκαν σήμερα. Η εκκίνηση του δείκτη ESI, ο οποίος ουσιαστικά μετρά πόσο αποδοτικό είναι το σύστημα δεξιοτήτων καθενός από τα 28 κράτη-μέλη της ΕΕ, με αντίκτυπο στη δημιουργία θέσεων εργασίας και την επίτευξη συνεκτικής και αειφόρου ανάπτυξης, έγινε σήμερα στις Βρυξέλλες.

Σύμφωνα με το cedefop, το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, η κατάρτιση του δείκτη βασίζεται σε τρεις πυλώνες: στην ανάπτυξη των (επαγγελματικών) δεξιοτήτων και πόσο εύκολα αποκτούν οι εργαζόμενοι πρόσβαση στην αγορά εργασίας(skills development), την ενεργοποίησή τους (skills activation) και την αντιστοίχισή τους με τις ανάγκες (skills matching). Όπως επισήμανε η αναπληρώτρια διευθύντρια του cedefop, Mara Brugia «μέχρι σήμερα δεν υπήρχε ενιαίο μέτρο για την εκτίμηση των σύνθετων συστημάτων δεξιοτήτων των χωρών (της ΕΕ) και τη σύγκριση των επιδόσεών τους. Ούτε υπάρχουν εύκολες απαντήσεις στο ερώτημα σχετικά με το πώς μπορούν να γίνουν πιο αποδοτικά. Για να καλύψει αυτό το κενό, το cedefop ανέπτυξε τον ESI. Χρησιμοποιούμενος ως εργαλείο παρακολούθησης, ο δείκτης μπορεί να είναι χρήσιμος στους διαμορφωτές πολιτικής (policy-makers). Δείχνει ποιες είναι οι επιδόσεις των συστημάτων δεξιοτήτων των χωρών, βοηθά στην κατανόηση των αποτελεσμάτων και καταδεικνύει πού χρειάζεται ίσως να τα πάνε καλύτερα».

Μακριά από το ιδανικό και τα 28 κράτη-μέλη

Με βάση τα αποτελέσματα του δείκτη που στηρίχθηκε σε στοιχεία του 2016, κανένα από τα 28 κράτη δεν φτάνει – ή έστω προσεγγίζει – το ιδανικό σκορ, δηλαδή τις 100 μονάδες. Η Τσεχία παρουσιάζει την υψηλότερη βαθμολογία – 75 μονάδες – ακολουθούμενη από τη Φιλανδία (72), τη Σουηδία (72), το Λουξεμβούργο (71), τη Σλοβενία (69), την Εσθονία (68) και τη Δανία (67). Οι περισσότερες από τις 28 χώρες, κυρίως από τη δυτική, κεντρική και ανατολική Ευρώπη, πέτυχαν «μέτρια» σκορ, μεταξύ των 45 και των 62 μονάδων, ενώ το 25%, κυρίως κράτη της νότιας και νοτιοανατολικής Ευρώπης, βρίσκονται κάτω από το όριο των 45 μονάδων.

Κατά το cedefop, αν κοιτάξει κάποιος τους τρεις πυλώνες, που συναπαρτίζουν τον ESI, γίνεται σαφές γιατί η Τσεχία παρουσιάζει τις καλύτερες επιδόσεις: στον πυλώνα για την αντιστοίχιση ζήτησης και προσφοράς δεξιοτήτων εργασίας (skills matching), η χώρα σχεδόν «πιάνει» τον στόχο με 91 στις 100 μονάδες, ενώ συγκριτικά πολύ υψηλές είναι οι επιδόσεις της και στην ανάπτυξη (89/100) και ενεργοποίηση (87/100) δεξιοτήτων. Αντίθετα, η Σουηδία «σκοράρει» υψηλά μόνο στην ανάπτυξη (76/100) και ενεργοποίηση δεξιοτήτων (87/100), αντισταθμίζοντας τις σημαντικά χαμηλότερες επιδόσεις της στο skills matching (59). Κατά το cedefop, αν η Σουηδία θέλει να «προλάβει» την Τσεχία και να κλείσει το κενό, σε αυτό ακριβώς το σημείο θα πρέπει να δουλέψει. Το ίδιο ισχύει σε γενικές γραμμές και για την Αυστρία και τη Γερμανία.

«Πληγή» για την Ελλάδα το skills mismatching

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Ισπανία, με βάση την ανάλυση των τριών πυλώνων του ESI που δημοσίευσε το cedefop, είναι κυρίως το skills miscmatching (δηλαδή το γεγονός ότι οι δεξιότητες του ατόμου δεν «ταιριάζουν» με το επίπεδο των επαγγελματικών προσόντων που ζητά η αγορά για τη συγεκριμένη θέση εργασίας), το οποίο κρατάει τις δύο χώρες στη θέση του ουραγού, αφού η βαθμολογία τους είναι 9/100 και 11/100 αντίστοιχα. Στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, η Ελλάδα βρίσκεται στην 23η θέση μεταξύ των 28, με σκορ 41/100, αφήνοντας πίσω τις χώρες Πολωνία, Βουλγαρία, Κύπρο, Ρουμανία και Μάλτα και στην ενεργοποίηση δεξιοτήτων κατατάσσεται 24η (43/100), μπροστά από την Ισπανία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Ιταλία. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στην τελευταία θέση στο skills matching, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει υψηλή μακροχρόνια ανεργία, όπως και η Ισπανία.

Τι προτείνεται να γίνει

‘Οπως επισήμανε σήμερα στις Βρυξέλλες ο εμπειρογνώμονας του Cedefop, Ηλίας Λιβανός, επικαλούμενος ανάλυση του ιδρύματος Friedrich Ebert Stiftung (FES) Athens, στην Ελλάδα χρειάζεται καλύτερη καθοδήγηση καριέρας και επαγγελματικός προσανατολισμός, οικοδόμηση πληροφοριακών συστημάτων για την εργασία, σύνδεση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, εκσυγχρονισμός των θεσμών της μαθητείας και της πρακτικής άσκησης και θεσμοθέτηση φορολογικών κινήτρων για τους νέους αποφοίτους. Κατά τον κ. Λιβανό, το κύριο μήνυμα είναι ότι ο ESI είναι ένα εργαλείο που βοηθά να ξεκινήσουμε τη διαδικασία της έρευνας για να ανακαλύψουμε ποιες είναι οι προβληματικές περιοχές κάθε συστήματος δεξιοτήτων και πώς μπορούν να βελτιωθούν.

«Ενα πολύ καλό παράδειγμα είναι αυτό του FES Athens, όπου μια ομάδα εργασίας (…) ανέλυσε τα αποτελέσματα της Ελλάδας (…) Κοιτάζοντας τον δείκτη, ήταν προφανές ότι, παρότι η Ελλάδα έχει μέσες επιδόσεις ως προς την υποχρεωτική εκπαίδευση, είναι τα σκορ της στα πεδία της ανάγνωσης, των μαθηματικών και της επιστήμης, που εμφανίζονται ως τα πιο προβληματικά (…). Τα σκορ προέρχονται από τους δείκτες PISA (…) Η ομάδα εργασίας του FES παρατήρησε ότι η αφηρημένη φύση του σχολικού προγράμματος (curricula), η περιορισμένη χρήση της τεχνολογίας και η έλλειψη αυτονομίας των εκπαιδευτικών και των σχολείων είναι οι κυρίαρχοι λόγοι πίσω από τη φτωχή επίδοση» σημείωσε ο κ. Λιβανός και πρόσθεσε ότι προτάθηκαν μια σειρά από μέτρα όπου χρειάζονται νέες πολιτικές, όπως ο ανασχεδιασμός του σχολικού προγράμματος με έμφαση στην κριτική σκέψη, η πρακτική εφαρμογή της γνώσης και των νέων τεχνολογιών και η εστίαση σε εκπαιδευτικό υλικό υψηλής ποιότητας, με αυξημένη αυτονομία των εκπαιδευτικών και των σχολείων και τακτική αξιολόγηση.

Στη θετική όψη του νομίσματος, η Ελλάδα έχει ένα σημαντικά υψηλό σκορ ως προς τη μη πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης. Κατά τον κ. Λιβανό, ο οποίος επικαλέστηκε την ανάλυση του FES Αthens, αυτό δείχνει ότι η ιδέα πως η εκπαίδευση είναι ωφέλιμη, έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία και υποστηρίζεται τόσο από την οικογένεια, όσο και από το εκπαιδευτικό σύστημα. Στην αρνητική, η χώρα μας παρουσιάζει τις χειρότερες επιδόσεις ως προς τη συμμετοχή στην απασχόληση ανθρώπων που πρόσφατα αποφοίτησαν. Αυτό οφείλεται, κατά τον ίδιο, στην ασθενή σύνδεση μεταξύ πανεπιστημίων και εργοδοτών, στην έλλειψη εργασιακής εμπειρίας, στα χαμηλά επίπεδα μαθητείας, στη χαμηλή κινητικότητα και στη μη πραγματοποίηση νέων προσλήψεων.

Το σχετικό σημείωμα του cedefop στην αγγλική γλώσσα, παρατίθεται εδώ:

http://www.cedefop.europa.eu/files/9132_en.pdf