Ακόμη και ποινικά αδικήματα χωρίς ιδιαίτερα σοβαρό χαρακτήρα μπορούν να δικαιολογήσουν πρόσβαση σε μεταδεδομένα βάσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αρκεί η εν λόγω πρόσβαση να μη συνιστά σοβαρή προσβολή της ιδιωτικής ζωής. Αυτήν την άποψη υιοθετεί ο γενικός εισαγγελέας H. Saugmandsgaard και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Μετά από έρευνα σχετική με κλοπή πορτοφολιού και κινητού τηλεφώνου με χρήση βίας, η ισπανική δικαστική αστυνομία ζήτησε από τον ανακριτή να της παράσχει πρόσβαση στα δεδομένα ταυτοποίησης των χρηστών των τηλεφωνικών αριθμών, που ενεργοποιήθηκαν από το κλεμμένο τηλέφωνο στη διάρκεια περιόδου δώδεκα ημερών από την ημερομηνία της κλοπής. Με διάταξή του, ο ανακριτής απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορά η ποινική έρευνα δεν συνιστούν “σοβαρό ποινικό αδίκημα”. Ήτοι, κατά το ισπανικό δίκαιο, αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή άνω των πέντε ετών, καθόσον στην Ισπανία η πρόσβαση στα δεδομένα ταυτοποίησης επιτρέπεται μόνο για αυτό το είδος αδικημάτων. Η ισπανική εισαγγελική Αρχή άσκησε έφεση κατά της διάταξης του ανακριτή.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η Οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες προβλέπει πως τα κράτη – μέλη μπορούν να περιορίζουν τα δικαιώματα των πολιτών “όταν ένας τέτοιος περιορισμός συνιστά αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, της εθνικής άμυνας και της δημόσιας ασφάλειας ή για τη διασφάλιση της πρόληψης, της διερεύνησης, της διαπίστωσης και της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της χωρίς άδεια χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών”.

Ιστορικό
Στις αποφάσεις του μέχρι τώρα το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την έννοια των “σοβαρών ποινικών αδικημάτων”, για να εκτιμήσει τον χαρακτήρα μιας επέμβασης στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Με τις χθεσινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Henrik Saugmandsgaard διαπιστώνει ότι μέτρο, όπως αυτό που ζήτησε εν προκειμένω η δικαστική αστυνομία, συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής καθώς και στο δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Εντούτοις, κατά τον γενικό εισαγγελέα, η συγκεκριμένη παρέμβαση αφορά στοχευμένο μέτρο πρόσβασης σε δεδομένα, που κατέχουν για εμπορικούς σκοπούς πάροχοι υπηρεσιών και το οποίο αφορά μόνο την ταυτότητα (ονοματεπώνυμο και ενδεχομένως διεύθυνση) περιορισμένης κατηγορίας συνδρομητών ή χρηστών συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, ήτοι αυτών των οποίων ο τηλεφωνικός αριθμός ενεργοποιήθηκε από το κινητό τηλέφωνο του οποίου η κλοπή αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας, και τούτο κατά τη διάρκεια περιορισμένης περιόδου, διάρκειας δώδεκα ημερών. Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι οι δυνητικά επιζήμιες συνέπειες, για τα πρόσωπα τα οποία αφορά το επίμαχο αίτημα πρόσβασης, είναι μετριασμένες και περιορισμένες σε συγκεκριμένο πλαίσιο. “Επομένως, η επέμβαση την οποία συνεπάγεται η ανακοίνωση των εν λόγω δεδομένων ταυτότητας δεν έχει ιδιαίτερα σοβαρό χαρακτήρα, καθόσον, υπό τις ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις, τέτοια δεδομένα δεν θίγουν άμεσα και έντονα την ιδιωτική σφαίρα των ενδιαφερομένων”, αναφέρει το Δικαστήριο.