Οι ρομποτικές θυρεοειδεκτομές κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος έναντι της κλασικής ανοιχτής τεχνικής, καθώς, αφενός αποφεύγονται οι εμφανείς ουλές στον τράχηλο και αφετέρου γίνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι χειρουργικοί χειρισμοί. Από αυτές μια καινούργια τεχνική ρομποτικής θυρεοειδεκτομής, με προσπέλαση από τη μασχάλη, παρουσιάζει καλύτερα αποτελέσματα σε μεγάλες σειρές ασθενών και συγκριτικές μελέτες και είναι η πλέον δοκιμασμένη και ελεγμένη διεθνώς. Ο ασθενής που υποβάλλεται σε θυρεοειδεκτομή με αυτή την τεχνική έχει μικρότερη μετεγχειρητική δυσφορία, δυσαισθησία και δυσκαταποσία, λιγότερες επιπλοκές φώνησης και διαταραχών στο μεταβολισμό του ασβεστίου, αλλά και καλύτερη ψυχολογία, εξαιτίας της αποφυγής της τομής στον τράχηλο.

Τα παραπάνω ανέφερε, μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, ο επίκουρος καθηγητής Χειρουργικής στο ΑΠΘ, Κυριάκος Ψαρράς, με αφορμή ανακοίνωσή του, με θέμα: “Ρομποτική “δια της μασχάλης” θυρεοειδεκτομή”, στο 7ο Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. που θα πραγματοποιηθεί 13-14 Απριλίου, στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων στη Θεσσαλονίκη.

“Σε μια προσπάθεια αποφυγής εμφανούς τομής στον τράχηλο, αλλά και ακρίβειας χειρουργικών χειρισμών κατά την παρασκευή των ευαίσθητων ιστών και δομών του τραχήλου οι ρομποτικές θυρεοειδεκτομές ολοένα και περισσότερο κερδίζουν έδαφος έναντι της κλασικής ανοιχτής θυρεοειδεκτομής. Υπάρχουν διαφορετικές τεχνικές προσπέλασης, η μία είναι δια της μασχάλης, μια δια της στοματικής κοιλότητας, μια δια του μαστού, μία είναι συνδυασμός μασχάλης και θηλής του μαστού και μία είναι η οπισθοωτιαία, δηλαδή η προπέλαση που γίνεται πίσω από το αυτί. Τελευταία η προσπέλαση δια της στατικής κοιλότητας κερδίζει έδαφος παράλληλα με την διαμασχαλιαία μέθοδο. Όμως απ΄ ότι φαίνεται από τη βιβλιογραφία, η προσπέλαση δια της μασχάλης έχει επί του παρόντος πιο πολύ ουσιαστική αξία”, επισημαίνει ο κ. Ψαρράς, ο οποίος εκπαιδεύτηκε επί ένα εξάμηνο στη ρομποτική διαμασχαλιαία θυρεοειδεκτομή στο Κέντρο Ενδοκρινικής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου της Πίζας.

Η ρομποτική διαμασχαλιαία θυρεοειδεκτομή ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο Yonsei της Νότιας Κορέας και εφαρμόζεται πλέον διεθνώς σε μεγάλα κέντρα της Ασίας και της Ευρώπης κυρίως, και κατά δεύτερο λόγο της Αμερικής, ενώ στην Ελλάδα εφαρμόζεται μόνο σε ιδιωτικά κέντρα τα οποία διαθέτουν συστήματα ρομποτικής χειρουργικής.

“Κατά την εφαρμογή αυτής της τεχνικής γίνεται μία τομή 5-6 εκατοστών στο πρόσθιο χείλος της μασχάλης, η οποία δεν είναι εμφανής. Από την τομή αυτή γίνεται προσπάθεια προσπέλασης του θυρεοειδή με ένα κανάλι που ανοίγεται, με τη βοήθεια ενός ειδικού οργάνου (διαστολέα), κάτω από το δέρμα και ανάμεσα από τους μύες του τραχήλου. Από αυτό το κανάλι τοποθετούνται οι βραχίονες του ρομπότ και η επέμβαση γίνεται από τον χειρουργό, ο οποίος βλέπει το χειρουργικό πεδίο τριαδιάστατα σε μία κονσόλα. Τα λαρυγγικά νεύρα, που είναι υπεύθυνα για τη φώνηση, οι μικροσκοπικοί παραθυρεοειδείς αδένες, που βρίσκονται πίσω από το θυρεοειδή και ρυθμίζουν το μεταβολισμό του ασβεστίου, καθώς και τα αγγεία του αδένα αναγνωρίζονται και διαφυλάσσονται ευκολότερα, ενώ είναι δυνατόν να γίνει λεμφαδενικός καθαρισμός του κεντρικού και πλαγίου διαμερίσματος του τραχήλου σε περίπτωση καρκίνου του θυρεοειδούς”, εξηγεί ο κ Ψαρράς.

Προϋπόθεση για τη διενέργεια ρομποτικής διαμασχαλιαίς θυρεοειδεκτομής είναι η φυσιολογική σωματική διάπλαση, δηλαδή μία φυσιολογική απόσταση μασχάλης – τραχήλου όπως συμβαίνει σε λεπτούς έως κανονικού βάρους ανθρώπους, αλλά όχι σε υπέρβαρους και σωματώδεις ασθενείς, καθώς επίσης και το μέγεθος των λοβών του αδένα, που στην ιδανική περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 5 εκατοστά. Ωστόσο,, η τεχνική συνεχώς εξελίσσεται και έχει εφαρμοστεί με επιτυχία ακόμη και σε ασθενείς με νόσο του Graves, όπου ο αδένας παίρνει συχνά μεγαλύτερες διαστάσεις.

“Αν εξαιρέσει κανείς το κόστος, τα οφέλη είναι πολλαπλά, τόσο όσον αφορά την άνεση του χειρουργού λόγω μεγέθυνσης εικόνας και ακρίβειας χειρισμών, αλλά και του ασθενούς άμεσα μετεγχειρητικά, διότι αποφεύγεται το μεγάλο στρες στον τράχηλο και στον αυχένα, με αποτέλεσμα μικρότερη μετεγχειρητική δυσφορία, δυσαισθησίες και δυσκαταποσία, λιγότερες επιπλοκές φώνησης και διαταραχών ασβεστίου, αλλά και λόγω καλύτερης ψυχολογίας του ασθενούς, εξαιτίας της αποφυγής της τομής στον τράχηλο”, προσθέτει ο κ. Ψαρράς