Αύξηση του επιπέδου των θαλασσών, απώλεια της βιοποικιλότητας, δύσκολη πρόσβαση σε τροφή, χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής: ακόμη κι αν ο πλανήτης καταφέρει να περιορίσει την αύξηση της θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς Κελσίου, οι επιπτώσεις θα είναι σημαντικές, σύμφωνα με έρευνες που δημοσιεύθηκαν σήμερα.

«Ανακαλύπτουμε σημαντικές αλλαγές (…) σε έναν κόσμο όπου η αύξηση της θερμοκρασίας θα είναι 2 βαθμοί Κελσίου, οπότε πρέπει να λάβουμε μέτρα για να το αποφύγουμε», εξήγησε ο Νταν Μίτσελ του πανεπιστημίου του Μπρίστολ, βασικός συντάκτης του εισαγωγικού κειμένου που δημοσιεύεται σε ειδική έκδοση του βρετανικού επιστημονικού περιοδικού “Philosophical Transactions of the Royal Society A”.

Περισσότερα από δύο χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα, που έχει στόχο να περιορίσει την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 2 ή ακόμη και στον 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τη θερμοκρασία της προβιομηχανικής περιόδου, περίπου είκοσι έρευνες που περιλαμβάνονται στο περιοδικό συγκρίνουν τις συνέπειες των δύο σεναρίων.

«Μία από τις προκλήσεις έχει να κάνει με την ταχύτητα με την οποία θα φτάσουμε στην αύξηση των δύο βαθμών», πρόσθεσε ο Μίτσελ. Δηλαδή πόσο χρόνο θα έχει ο πλανήτης να προσαρμοστεί στις πολλές επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας.

Η ομάδα των ειδικών για το κλίμα του ΟΗΕ (Giec) αναμένεται να δημοσιεύσει τον Οκτώβριο μια έκθεση που θα παρουσιάζει πώς θα είναι ο πλανήτης μας, αν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 1,5 βαθμό Κελσίου, αν και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι με δεδομένη την κατάσταση είναι «εξαιρετικά απίθανο» να επιτευχθεί ο στόχος.

Ακόμα κι αν η αύξηση της θερμοκρασίας σταθεροποιηθεί στους 2 ή τον 1,5 βαθμό Κελσίου, το επίπεδο των θαλασσών θα συνεχίσει να αυξάνει «για τουλάχιστον τρεις αιώνες», από 90 έως 120 εκατοστά μέχρι το 2300, σύμφωνα με μία από τις έρευες. Θα ακολουθήσουν πλημμύρες, διάβρωση του εδάφους, ενώ τα υπόγεια ύδατα θα γίνουν αλμυρά.

Βάσει του πιο αισιόδοξου σεναρίου, τα νησιά του Ειηνικού Ωκεανού, το Δέλτα του ποταμού Γάγγη και οι παράκτιες πόλεις θα έχουν χρόνο να δημιουργήσουν τείχη προστασίας από τα θαλάσσια ύδατα ή να απομακρύνουν τους κατοίκους τους.

Αν δεν γίνει τίποτα προκειμένου να περιοριστεί η έκλυση διοξειδίου του άνθρακα, η μέση αύξηση του επιπέδου των θαλασσών, θα φτάσει τα 73 εκατοστά έως το 2100. Όμως η προοπτική αυτή παρατείνεται κατά 65 χρόνια στο σενάριο της αύξησης κατά δύο βαθμών και κατά 130 χρόνια στο σενάριο του 1,5 βαθμού.

Η αύξηση της θερμοκρασίας θα προκαλέσει μεγαλύτερη διατροφική ανασφάλεια σε όλο τον κόσμο εξαιτίας των πιο συχνών πλημμύρων και της ξηρασίας, προειδοποιούν οι ερευνητές.

Με μια αύξηση κατά δύο βαθμούς της θερμοκρασίας του πλανήτη, το Ομάν, το Μπανγκλαντές, η Μαυριτανία, η Υεμένη και ο Νίγηρας θα καταστούν πιο ευάλωτες στις ελλείψεις.

Αντίθετα, το Μαλί, η Μπουρκίνα Φάσο και το Σουδάν θα δουν την κατάστασή τους να βελτιώνεται διότι θα υποφέρουν από λιγότερο σκληρές ξηρασίες. Όμως αυτό αποτελεί «εξαίρεση», διευκρινίζει ο καθηγητής Ρίτσαρντ Μπετς, που ήταν επικεφαλής της έρευνας.

Σε περίπτωση αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 1,5 βαθμό, «το 76% των χωρών που εξετάστηκαν θα καταγράψουν μικρότερη αύξηση της διατροφικής ανασφάλειας».

Αν ο 1,5 βαθμός δεν φαίνεται να αλλάζει και πολλά στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, «η αύξηση κατά δύο βαθμούς θα φέρει πολύ μικρότερα ποσοστά ανάπτυξης σε πολλές χώρες, κυρίως γύρω από τον Ισημερινό», σύμφωνα με τον Φέλιξ Πρέτις, οικονομολόγο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

«Οι χώρες που είναι φτωχές σήμερα, αναμένεται να γίνουν πιο φτωχές με την κλιματική αλλαγή αλλά και ακόμη περισσότερο σε περίπτωση αύξησης της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς Κελσίου, ενώ οι πιο πλούσιες χώρες μάλλον θα επηρεαστούν λιγότερο», υπογραμμίζει.