Τριάντα χρόνια αφότου συγκεντρώθηκαν οι πρώτες συλλογές του, και είκοσι χρόνια από την ίδρυσή του στην οικογενειακή βίλα «Les Rhumbs», το Μουσείο Christian Dior προσφέρει στους επισκέπτες του την ευκαιρία για ένα μοναδικό ταξίδι στις συλλογές του. Μέσα από την νέα περιοδική έκθεση, με τίτλο «Οι Θησαυροί της Συλλογής», που εγκαινιάζεται στις 7 Απριλίου απεικονίζεται η αξιοσημείωτη κληρονομιά του Μουσείου στη Γκρανβίλ της Νορμανδίας, εκεί όπου ο Κριστιάν Ντιόρ πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τα οποία αποτέλεσαν και την κύρια πηγή έμπνευσης του για τις μετέπειτα δημιουργίες του.

Η έκθεση, η πρώτη σε τέτοια κλίμακα, απλώνεται σε όλους τους χώρους του μουσείου. Πάνω από εξήντα φορέματα, καθώς και αρώματα, αξεσουάρ, επιστολές, σημειώσεις και φωτογραφίες, επιχειρούν να μυήσουν τους επισκέπτες στο σύμπαν του Γάλλου σχεδιαστή, ρίχνοντας φως σε πτυχές της ζωής του με την οικογένεια του, στο ταξίδι του ως δημιουργού αλλά και στο μοναδικό ύφος και την παγκόσμια επιτυχία των δημιουργιών του Οίκου Dior μέχρι σήμερα.

«Χαρισματική προσωπικότητα και ονειροπόλος, ο Κριστιάν Ντιόρ, πέρασε τα πρώτα του χρόνια σε ένα φυσικό καταφύγιο, προστατευμένο από την αστική φασαρία. Η βίλα “Les Rhumbs” στην οποία δεσπόζει το ροζ και το γκρι -χρώμα κατατεθέν του οίκου- καθώς και ο μαγικός κήπος της θα αποτελέσουν τις κύριες πηγές έμπνευσης του. Οι βασικοί δημιουργικοί κώδικες του γεννήθηκαν μέσα από τις εικόνες των παιδικών του χρόνων, από τις οποίες ο Ντιόρ κράτησε τα αρώματα και τα μοτίβα των αγαπημένων του τριαντάφυλλων και κρίνων» εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Φιλίπ Λε Μουλτ, γενικός γραμματέας του Μουσείου Christian Dior και θεματοφύλακας της ιστορίας του.

Ο Λε Μουλτ βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένος του 19ου Γαλλόφωνου Φεστιβάλ Κινηματογράφου που ήταν αφιερωμένο στη μόδα, στο πλαίσιο του οποίου παρέδωσε ένα masterclass μαζί με τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ «Christian Dior- Η κομψότητα του χαμένου παράδεισου», Ντομινίκ Αντ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα από την έκθεση που θα διαρκέσει έως τον Ιανουάριο του ’19, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία ανακαλύψουν την ιστορία των συλλογών του μουσείου αλλά και το πώς αυτές συνεχίζουν να μεγαλώνουν και να ζουν. «Πολύτιμα αντικείμενα όπως ένα ασημένιο κουτί που χάρισε η αυτοκράτειρα της Ιαπωνίας τη δεκαετία του ’60, στην πωλήτρια του Dior που τη βοήθησε να ντυθεί για τον γάμο της με τον αυτοκράτορα αλλά και προσωπικά είδη του σχεδιαστή, όπως η ατζέντα του, το ρολόι και τα ψαλίδια του θα παρουσιαστούν με πρωτότυπο τρόπο. Ενώ φορέματα που έχουν δωριθεί ή αγοραστεί και αποκατασταθεί για να εμπλουτίσουν τις συλλογές του μουσείου θα εκτεθούν για πρώτη φορά» αναφέρει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Λε Μουλτ.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Φιλίπ Λε Μουλτ στην Νάντια Μπακοπούλου για το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:

Είστε γενικός γραμματέας του Μουσείου εδώ και 12 χρόνια. Ποια είναι η αποστολή του και τι περιλαμβάνουν οι συλλογές του;

Στη συλλογή του βρίσκονται περίπου 300 κομμάτια, τα περισσότερα ρούχα υψηλής ραπτικής, αλλά και κομμάτια πρετ-α-πορτέ, κυρίως της περιόδου που δημιούργησε ο Ντιόρ (1947-57) αλλά και άλλων καλλιτεχνικών διευθυντών του Οίκου. Επίσης, υπάρχουν χιλιάδες φωτογραφίες, κάποιες πολύ «αρχαίες» , σχέδια, σκίτσα και αξεσουάρ. Συνεπώς έχουμε στη διάθεσή μας ένα σημαντικό μουσειακό αρχείο το οποίο συντηρείται σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.

Αποστολή του μουσείου που ανήκει στο δήμο της Γκρανβίλ, είναι να αναδείξει το έργο του Κριστιάν Ντιόρ μέσα από την ανάπτυξη και τη διατήρηση ενός οργανισμού με κύρος, τη διοργάνωση δύο θεματικών εκθέσεων ετησίως καθώς και με τη συμμετοχή του σε μεγάλο αριθμό εκθέσεων και εκδόσεων ανά τον κόσμο μέσω του δανεισμού κομματιών από τις συλλογές του. Επιπλέον, από το 2005 διοργανώνουμε κάθε δύο χρόνια ένα ράλι συλλεκτικών αυτοκινήτων το οποίο συνδέει συμβολικά τους οίκους Dior στο Παρίσι και τη Γκρανβίλ. Μάλιστα, το Μουσείο έχει λάβει δύο διακρίσεις από το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας: έλαβε τον τίτλο «Μουσείο της Γαλλίας» το 2002 και στη συνέχεια, το 2011, χαρακτηρίστηκε «Maison des Illustres» που αφορά χώρους που έχουν συνδεθεί με επιφανείς προσωπικότητες.

Ποια είναι η ιστορία της βίλας «Les Rhumbs» στην οποία λειτουργεί σήμερα το μουσείο;

Η βίλα κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από έναν πλοιοκτήτη στην παραθαλάσσια πόλη της Γκρανβίλ. Αγοράστηκε από τους γονείς του Ντιόρ το 1905, λίγους μήνες μετά τη γέννησή του και ο Κριστιάν πέρασε εκεί τα πρώτα του χρόνια. Στη συνέχεια, οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι, αλλά κράτησαν το σπίτι ως εξοχική κατοικία. Στην κρίση του 1930 η οικογένεια Ντιόρ καταστράφηκε οικονομικά και αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι στον δήμο της Γκρανβίλ, ο οποίος σχεδίαζε στη θέση του να φτιάξει ένα μεγάλο πάρκο. Ο κήπος άνοιξε για το κοινό το 1938 και το παράδοξο είναι ότι η βίλα, που σύμφωνα με το σχέδιο ήταν να κατεδαφιστεί, σώθηκε τελικά από τον πόλεμο! Το 1939 ο πόλεμος ανέβαλλε το πρότζεκτ της κατεδάφισης και μετά το τέλος του, η νέα δημοτική αρχή αποφάσισε να κρατήσει το σπίτι σαν γραφείο. Το μουσείο άρχισε να συγκροτείται «εκτός των τειχών του» το 1987, με αφορμή την έκθεση «Christian Dior, The Other Himself» στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Richard Anacréon η οποία οδήγησε στην ίδρυση της συλλογής Christian Dior. Δέκα χρόνια αργότερα, η ιδέα της δημιουργίας ενός μουσείου στο σπίτι που πέρασε την παιδική του ηλικία ο σχεδιαστής έγινε πραγματικότητα.

Μιλήστε μας για την ιδέα της έκθεσης που εγκαινιάζεται μέσα στον Απρίλιο και γι’ αυτές που θ’ ακολουθήσουν.

Η ιδέα είναι να αναδείξουμε τους θησαυρούς που υπάρχουν στο μουσείο και έχουν αποκτηθεί τα τελευταία 30 χρόνια παρουσιάζοντας στο κοινό την ποικιλομορφία των συλλογών του. Η έκθεση θα φιλοξενηθεί στο μουσείο της Γκρανβίλ και δεν θα ταξιδέψει αλλού για λόγους συντήρησης των ρούχων. Αν τα φορέματα μείνουν εκτεθειμένα για μερικούς μήνες στο μουσείο, μετά θα πρέπει να τα αφήσουμε στη σκιά, σε μία σταθερή θερμοκρασία ώστε να ξεκουραστούν. Για έξι μήνες έκθεσης απαιτούνται δύο χρόνια απόλυτης ξεκούρασης. Σε διεθνές επίπεδο, θα ακολουθήσει μία ρετροσπεκτίβα που θα εγκαινιαστεί τον ερχόμενο Νοέμβρη στο Ντένβερ στο Κολοράντο.

Πόσους επισκέπτες δέχεται το μουσείο κάθε χρόνο;

Μέχρι το 2004, το μουσείο δεχόταν έως και 30.000 επισκέπτες το χρόνο. Ωστόσο με την έκθεση που τελείωσε τον περασμένο Ιανουάριο και σηματοδότησε την 70ή επέτειο του οίκου Dior σπάσαμε ένα νέο ρεκόρ αφού δέχθηκε περισσότερους από 53.000 επισκέπτες. Επίσης, η έκθεση που διοργάνωσε πρόσφατα ο οίκος στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού με τίτλο «Christian Dior, σχεδιαστής του ονείρου», στην οποία το μουσείο δάνεισε αρκετά φορέματα και αρχειακό υλικό στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία φιλοξενώντας πάνω από 700.000 επισκέπτες.

Πώς ο οίκος Dior κατάφερε να έχει τόσο μεγάλη επιτυχία ακόμα και μετά τον θάνατο του ιδρυτή του;

Στην ιστορία της μόδας, ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε ένας οίκος ο οποίος ήταν παντελώς άγνωστος τη μια μέρα και έγινε διάσημος την επομένη. Αυτό ακριβώς κατάφερε ο Ντιόρ με το πρώτο του ντεφιλέ και το περίφημο «New Look» το 1947, το οποίο ήταν μία επανάσταση, ένα σοκ για τον κόσμο της μόδας που του χάρισε διεθνή δόξα. Το ταγέρ Bar, έμβλημα του New Look, σηματοδοτούσε την επιστροφή της θηλυκότητας την επομένη του πολέμου. Η επιτυχία αυτή συνεχίστηκε τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, αλλά και τα επόμενα εξήντα. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι οφείλεται σε πολλούς λόγους. Αρχικά, όταν πέθανε ο Ντιόρ, ο Υβ Σεν Λοράν δούλευε ήδη για τον Οίκο. Ο Ντιόρ είχε καταλάβει ότι πρόκειται για έναν ιδιοφυή δημιουργό και με έναν τρόπο, ο «κληρονόμος» βρισκόταν ήδη εκεί. Επίσης, όταν πέθανε ο Ντιόρ βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του. Αυτό, ίσως, συνέβαλε στην ενίσχυση του μύθου του, όπως συνέβη και με άλλες προσωπικότητες από το χώρο της τέχνης και της πολιτικής, τον Τζον Φ. Κένεντι, τον Τζέιμς Ντιν, την Λαίδη Νταϊάνα…

Και μετά αυτό που βοήθησε σίγουρα να παραμείνει ο οίκος στην πρώτη γραμμή είναι ότι οι έξι καλλιτεχνικοί διευθυντές που ακολούθησαν – ο Υβ Σεν Λοράν, ο Μαρκ Μποάν, ο Τζιανφράνκο Φερέ, ο Τζον Γκαλιάνο, ο Ραφ Σάιμονς και, πιο πρόσφατα, η Μαρία Γκράτσια Κιούρι-, και ανέλαβαν τα ηνία του μέχρι σήμερα, είχαν το ταλέντο και την ικανότητα να διαιωνίσουν την παράδοση παραμένοντας πιστοί στο όραμα του Ντιόρ. Σεβάστηκαν τους στυλιστικούς κώδικες των κήπων της Γκρανβίλ κρατώντας άσβεστη τη φλόγα του δημιουργού τους, ενώ παράλληλα κατάφεραν να εκσυγχρονίσουν τον Οίκο και να δημιουργήσουν για τις νέες γενιές.

Ποιες είναι οι πιο δυνατές στιγμές της καριέρας σας;

Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω. Δουλεύω στον Οίκο Dior περίπου 38 χρόνια. Για 15 χρόνια ήμουν διευθυντής στη Λατινική Αμερική. Εκείνο το διάστημα μου ανατέθηκε να συνοδεύσω την Μπάρμπαρα Χέντριξ σε μία περιοδεία για ενάμιση μήνα. Θυμάμαι έντονα ένα ρεσιτάλ της στο Σαντιάγκο της Χιλής. Εκτυφλωτική, ντυμένη με Dior, η Χέντριξ στο τέλος της συναυλίας τραγούδησε το «Ave Maria» του Σούμπερτ με τα μάτια κλειστά, σε απόλυτη σιωπή. Ήταν 6 λεπτά έντονης ευτυχίας! Δυόμιση χιλιάδες θεατές παρακολουθούσαν χωρίς να αναπνέουν. Στη συνέχεια, σηκώθηκαν για την αποθεώσουν. Αυτή ήταν μία δυνατή στιγμή, μεταξύ πολλών άλλων.

Κατά τη γνώμη σας, ποιος είναι ο ρόλος της μόδας σήμερα;

Ο ρόλος της μόδας σήμερα, είναι αυτός που ήταν πάντα: να εμφυσήσει στις γυναίκες και στους άντρες την ιδέα της σαγήνης. Όσο για την υψηλή ραπτική, είναι κατά τη γνώμη μου σαν την Φόρμουλα 1, ένα πεδίο έρευνας, ανάπτυξης και πειραματισμών.

Η γυναίκα Dior συνεχίζει να σαγηνεύει και σήμερα;

Φυσικά! Η γυναίκα Dior είναι κομψή, εκλεπτυσμένη, δραστήρια, είναι πολύ Παριζιάνα, πολύ Γαλλίδα, είναι σαγηνευτική.