Στην «πολυσημία» των fake news που άλλοτε κρύβουν σκοπιμότητες, άλλοτε η επίκλησή τους γίνεται μια βολική δικαιολογία για λογοκρισία, αναφέρθηκαν οι ομιλητές της εκδήλωσης «Fake news στο ραντάρ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» που έγινε το βράδυ της Τρίτης στο Θησείο. Όλοι τόνισαν τις δυσκολίες που έχει η αντιμετώπιση του φαινομένου.

Την ιδιαίτερη επικαιρότητα της συνάντησης υπογράμμισε ο επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιώργος Μαρκοπουλιώτης, ο οποίος στον χαιρετισμό του μίλησε για το σκάνδαλο της Cambridge Analytica που φέρεται να χρησιμοποίησε προσωπικά δεδομένα 50 εκατομμυρίων χρηστών του FB για την προεκλογική εκστρατεία Τραμπ, ενώ αναφέρθηκε και στην έκθεση που παρέδωσε πριν λίγες μέρες στην Επίτροπο Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας Μαρίγια Γκαμπριέλ, η ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για τις ψευδείς ειδήσεις και την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο. Ένας απ αυτούς, ο Μίκο Σάλο ήταν ομιλητής της αποψινής εκδήλωσης, αναλύοντας τη δουλειά της ομάδας εμπειρογνωμόνων.

Ο κ. Μαρκοπουλιώτης έδωσε έμφαση στην ανάγκη να στηριχθεί η προσπάθεια της Επιτροπής από τις μεγάλες πλατφόρμες, Google, Facebook, twitter, οι οποίες, όπως είπε, «δεν είναι απλώς ταχυδρόμοι, μπορούν να γνωρίζουν και γνωρίζουν το περιεχόμενο και άρα είναι συνυπεύθυνοι στη διάδοση ψευδών γεγονότων».
Στην έκθεση που παρέδωσαν στις 12 Μαρτίου οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες στην Επιτροπή συνιστούν να καταρτιστεί κώδικας αρχών στον οποίο θα πρέπει να δεσμευτούν να τηρούν οι διαδικτυακές πλατφόρμες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μία από τις 10 βασικές αρχές που περιγράφονται στην έκθεση προβλέπει, για παράδειγμα, ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες θα πρέπει να μεριμνούν για τη διαφάνεια των εργασιών τους, εξηγώντας πώς επιλέγονται από τους αλγορίθμους οι ειδήσεις που προβάλλονται. Επίσης, οι εν λόγω πλατφόρμες ενθαρρύνονται να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα σε συνεργασία με ευρωπαϊκά ειδησεογραφικά πρακτορεία ώστε να βελτιωθεί η προβολή ασφαλών, αξιόπιστων ειδήσεων και να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών σε αυτές.

Η έκθεση επικεντρώνεται ειδικότερα στα προβλήματα που συνδέονται με την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο και όχι στις ψευδείς ειδήσεις. Οι εμπειρογνώμονες σκοπίμως απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν τον όρο «ψευδείς ειδήσεις», διευκρινίζοντας ότι είναι ακατάλληλος να αποτυπώσει τα περίπλοκα προβλήματα της παραπληροφόρησης, στην οποία συγκαταλέγεται επίσης το περιεχόμενο που αναμειγνύει κατασκευασμένα στοιχεία με πραγματικά περιστατικά.

Η ομάδα συνιστά επίσης προώθηση του εγγραμματισμού στα μέσα επικοινωνίας για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης, την ανάπτυξη εργαλείων που δίνουν στους χρήστες και στους δημοσιογράφους τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν την παραπληροφόρηση, τη διασφάλιση της πολυμορφίας και της βιωσιμότητας των ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης και τη συνέχιση των ερευνών σχετικά με τον αντίκτυπο της παραπληροφόρησης στην Ευρώπη.
Η λήψη μέτρων, τονίζεται στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων, είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τη διάρκεια προεκλογικών περιόδων.

Η αύξηση της χρήσης του όρου fake news από τον Τραμπ έφερε στον δημόσιο λόγο το θέμα με καταιγισμό άρθρων, ομιλιών κλπ είπε ο Γ. Πλειός καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος του ΕΣΡ.

Ο κ. Πλειός επέμεινε στον διαχωρισμό μεταξύ false news(εντελώς ψευδείς ειδήσεις) και fake news(ψευδεπίγραφες) που μπορεί να έχουν και μια αληθινή διάσταση, καθώς και στην πολυσημία των ψευδεπίγραφων ειδήσεων που μπορεί να υφίστανται ετεροτοπισμό ή ετεροχρονισμό ή να περιβάλλονται από άλλο πλαίσιο ή να συνοδεύονται από ένα παραπλανητικό σχόλιο.

Για την αντιμετώπιση του φαινομένου που επιστρέφει την πληροφόρηση στον Μεσαίωνα, όπως είπε, υπάρχουν «φάρμακα», όπως λογισμικά, δορυφόροι, διασταυρώσεις, συμπράξεις έγκυρων ΜΜΕ , συμπληρώνοντας ωστόσο, ότι απαιτούν οικονομικούς πόρους. Παρά τους κινδύνους, «πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό της λογοκρισίας», τόνισε καταλήγοντας ο κ. Πλειός.

Την ευρωπαϊκή διάσταση του φαινομένου έδωσε ο αν. καθηγητής ΜΜΕ στο ΑΠΘ Χ. Φραγκονικολόπουλος, επισημαίνοντας ότι η προσήλωση της ΕΕ στην προσαρμογή της στην οικονομική και χρηματιστική παγκοσμιοποίηση δεν της επιτρέπει να ακούει τις φωνές αυτών που ζουν στον φόβο και την ανασφάλεια. Ακούγεται ως μοναδική λύση είτε ο «ορθός λόγος» από τους τεχνοκράτες, είτε «η φωνή του λαού» από τους λαϊκιστές, αλλά ο λαός δεν συμμετέχει στην ουσία, τόνισε.

Η δημοσιογράφος Α. Κουλούρη υπογράμμισε ότι τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης αναπαρήγαγαν εκατοντάδες χιλιάδες φορές τα fake news που ήθελαν τον Πάπα να υποστηρίζει την υποψηφιότητα Τραμπ και την Χίλαρι να δίνει όπλα στον ISIS.

Έκανε επίσης τον διαχωρισμό μεταξύ των fake news κατασκευασμένων με σκοπιμότητα που συνδέεται με την προπαγάνδα και μιας αθώας εκδοχής τους στην οποία μπορεί να πέσει θύμα ο δημοσιογράφος, όντας στην αρχή ενός γεγονότος και μη έχοντας ακριβή εικόνα.

Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (όπου συμμετείχαν περίπου 26 000 πολίτες), η αντίληψη της κοινής γνώμης είναι ότι υπάρχουν πολλές ψευδείς ειδήσεις σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς το 83 % των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι το φαινόμενο αυτό θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατία. Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τη σημασία των ποιοτικών μέσων ενημέρωσης. Σύμφωνα με τους ερωτηθέντες, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης είναι η πλέον αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης (ραδιόφωνο 70 %, τηλεόραση 66 %, Τύπος 63 %). Οι διαδικτυακές πηγές ειδήσεων και οι ιστοσελίδες δημοσίευσης βίντεο είναι η λιγότερο αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης, με ποσοστό εμπιστοσύνης 26 % και 27 % αντίστοιχα.

Στους 39 εμπειρογνώμονες της ομάδας συμπεριλαμβάνονται εκπρόσωποι από την κοινωνία των πολιτών, από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, από οργανισμούς μέσων ενημέρωσης, καθώς και δημοσιογράφοι και μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Την συζήτηση συντόνιζε η δημοσιογράφος Ράνια Τζίμα.