Ευάγγελος Βενέτης, Ειδικός σε θέματα Ισλάμ και Μέσης Ανατολής

Στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης εδώ και τρία χρόνια μαίνεται στην Υεμένη ένας πόλεμος ο οποίος ξεκίνησε ως εμφύλιος μεταξύ του σηιτικού επαναστατικού κινήματος Ανσαρουλλά των Χούθι και της πολυσυλλεκτικής κυβέρνησης του εκκοσμικευμένου Σηίτη Προέδρου Μανσούρ αλ-Χάντι που προστατεύεται από την Σαουδική Αραβία. Αίτιο του εμφυλίου είναι η άρνηση του Χάντι να ικανοποιήσει το αίτημα των Ανσαρουλλά Χούθι για την αποπεριθωριοποίηση τους από την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Υεμένης και την μεγαλύτερη συμμετοχή τους σε αυτές. Λόγω της προέλασης των Χούθι στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας από τον Σεπτέμβριο 2014 έως τον Μάρτιο 2015, η Σαουδική Αραβία με την άδεια των ΗΠΑ και την συμμετοχή άλλων σουνιτικών κρατών της περιοχής εισέβαλαν στην Υεμένη υπέρ του Χάντι, κατά των Χούθι και χωρίς οι τελευταίοι να προβούν σε πολεμικές πράξεις κατά της Σ. Αραβίας. Παράλληλα οι ΗΠΑ με το πολεμικό του ναυτικό και αεροπορία επέβαλλαν πλήρη αποκλεισμό της Υεμένης από θαλάσσης και αέρος. Στον πόλεμο αυτό μικρότερο μερίδιο στις εχθροπραξίες έχει και η Αλ-Κάιντα και άλλες σουνιτικές ισλαμιστικές οργανώσεις στα νότια της Υεμένης.
Αποτέλεσμα αυτού του πολέμου και αποκλεισμού της Υεμένης είναι ο λιμός, η εκδήλωση επιδημίας χολέρας και η εκδήλωση προσφυγικών ροών στην πλέον φτωχή χώρα της Μ. Ανατολής. Μία πραγματική ανθρωπιστική τραγωδία με την οποία δεν ασχολείται κανένας σχεδόν στην Δύση πέραν κάποιων αναφορών του ΟΗΕ.
Σε αυτό το πλαίσιο, το θέμα του εξοπλισμού της Σ. Αραβίας είναι κομβικό στον ανωτέρω πόλεμο με σειρά νατοϊκών βαλκανικών κρατών να πωλούν οπλισμό στο Ριάντ και τους συμμάχους του που συμμετέχουν στον σαουδαραβικού συνασπισμό εισβολής στην Υεμένη. Τις τελευταίες ημέρες με την υπόθεση πώλησης εν μέρει παλαιών πυρομαχικών πυροβολικού και αεροπορίας από την Ελλάδα στην Σ. Αραβία το περασμένο καλοκαίρι αναφέρθηκαν τα ονόματα μεσαζόντων, αντηλλάγησαν επιστολές, η μείζων και ελάσσων αντιπολίτευση ζήτησαν εξηγήσεις για το θέμα από την άποψη ότι βάσει των υπαρχουσών πληροφοριών την υποτιθέμενη δοσοληψία πώληση διαπραγματεύθηκαν μεσάζοντες και όχι οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Σ. Αραβίας με την τελευταία να αρνείται οιαδήποτε σχέση με οποιονδήποτε μεσάζοντα. Το θέμα ωστόσο με βάση τα ανωτέρω είναι πιο πολύπλοκο αν προσεγγισθεί όχι μόνο από την ελληνική πλευρά αλλά αν τοποθετηθεί στην ρεαλιστική περιφερειακή του βάση: τον αποδέκτη των όπλων αυτών και την σημασία αυτών των δοσοληψιών για την γεωπολιτική ανασφάλεια της Μ. Ανατολής.
Το ερώτημα είναι ξεκάθαρο: οι συμμαχικές υποχρεώσεις της Ελλάδας και το μικρό αντίτιμο από τις πωλήσεις αυτού του υλικού είναι συμβατά με την βαριά κληρονομιά και υποχρεώσεις της Ελλάδας απέναντι στην διεθνή κοινότητα ως παγκόσμιου επίκεντρου δημοκρατίας, πολιτισμού και ανθρωπισμού; Σε ποιά περίπτωση νομιμοποιείται η εξαγωγή μαύρου θανάτου; Είναι προφανές ότι όσοι από τους Έλληνες πολιτικούς γνωρίζουν τον πολιτισμό τους, καλούνται να τραβήξουν διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εφήμερου συμμαχικού-πολιτικού κέρδους και της αμαύρωσης της εικόνας της Ελλάδας στο εξωτερικό.