Ένα νέο είδος μεγάλου πιθήκου έχει ανακαλυφθεί, σύμφωνα με επιστήμονες που μελετούν έναν μικρό πληθυσμό ουρακοτάγκων στη βόρεια Σουμάτρα.

Μεταξύ των μεγάλων πιθήκων -μια ομάδα που περιλαμβάνει επίσης ανθρώπους, γορίλες, χιμπατζήδες και μπονόμπο- οι ουρακοτάγκοι είναι οι πιο μακρινοί συγγενείς μας. Οι ουρακοτάγκοι αποτελούν ένα από τα πιο ευφυή πρωτεύοντα αφού ανάμεσα στα άλλα είναι ικανοί στην χρήση περίπλοκων εργαλείων. Σε γενικές γραμμές, οι ουρακοτάγκοι δεν είναι επιθετικά ζώα, αλλά ζουν κυρίως μοναχικές ζωές, αναζητώντας τροφή. Το τρίχωμα τους είναι καφέ-κόκκινο, σε αντίθεση με το τυπικό μαύρο τρίχωμα των περισσότερων άλλων πιθήκων. Από το 2001, έχουν αναγνωριστεί δύο διαφορετικά είδη: οι ουρακοτάγκοι της Βόρνεο (Pongo pygmaeus) και αυτοί της Σουμάτρας (Pongo abelii). Τώρα, όπως φαίνεται, υπάρχει ένα τρίτο.

«Είναι εξαιρετικά συναρπαστικό να περιγράφουμε ένα νέο είδος πιθήκου», δήλωσε ο Σεργκέι Γουίτς, καθηγητής βιολογίας στο John Moores University, του Λίβερπουλ και συντελεστής της έρευνας. Ο Γουίτς επίσης σημείωσε ότι ήταν ένα σοκ να βρεθεί ένας τέτοιος ξεχωριστός πληθυσμός, δεδομένου ότι οι σουματρινοί ουρακοτάγκοι βρίσκονται μόλις 100 χιλιόμετρα μακριά.
Όμως, πόσο καιρό θα μπορέσει να επιβιώσει το νέο αυτό είδος;

Είναι λιγότεροι από 800 άτομα, σε πληθυσμό, και πιστεύεται ότι υπάρχουν σε μια περιοχή 1.000 τετραγωνικών χλμ., καθιστώντας τους το είδος του μεγάλου πιθήκου με το μικρότερο πληθυσμό, με απειλές όπως το παράνομο εμπόριο και η απώλεια οικοσυστημάτων.

«Είναι πολύ ανησυχητικό να ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο και αμέσως να πρέπει να συγκεντρώσουμε όλες τις δυνάμεις μας στην προσπάθεια διάσωσης του» αναφέρει ο Γουίτς.

Το νέο είδος έχει ονομαστεί ουρακοτάγκος του Ταπανούλι, ή Pongo tapanuliensis, από το όνομα της περιοχής που εκτείνεται από το οικοσύστημα Batang Toru νότια της λίμνης Toba, στη βόρεια Σουμάτρα, όπου ζουν τα πλάσματα.

Ενώ είχε αναφερθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ότι υπήρχαν ουρακοτάγκοι στην περιοχή, μόλις το 1997 οι επιστήμονες ανακαλύψουν εκ νέου τον πληθυσμό και αργότερα άρχισαν να μελετούν τα ζώα.

«Με εκπλήσσει το κατά πόσο οι ουρακοτάγκοι του Ταπανούλι διέφεραν γενετικά, μορφολογικά και σε άποψη συμπεριφοράς από τους ουρακοτάγκους της Σουμάτρα και της Βόρνεο», δήλωσε η Δρ Μαρίνα Ντάβιλα-Ρος, επίσης μέλος της ομάδας της μελέτης, από το Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ.

Γράφοντας στο περιοδικό Current Biology, η διεθνής ομάδα ερευνητών περιγράφει πολλαπλά χαρακτηριστικά, που λένε ότι οι ουρακοτάγκοι Ταπανούλι, είναι ένα ξεχωριστό είδος.

Μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, η ομάδα αναφέρει πώς εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να εξετάσει τα απομεινάρια ενός ενήλικου αρσενικού Tapanuli, αφού σκοτώθηκε από χωρικούς τον Νοέμβριο του 2013.

Η ομάδα συνέκρινε το κρανίο και τις γνάθους, με εκείνα των 33 άλλων ενήλικων αρσενικών ουρακοτάγκων που βρίσκονταν στις συλλογές δέκα ινστιτούτων σε όλο τον κόσμο, αποκαλύπτοντας διαφορές σε πολλές μετρήσεις, συμπεριλαμβανομένου ότι το κρανίο του αρσενικού Ταπανούλι είναι μικρότερο από αυτό των ατόμων των άλλων δύο ειδών.

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν επίσης ανάλυση ολόκληρου του γονιδιώματος, 37 ουρακοτάγκων από τη Βόρνεο και τη Σουμάτρα, επιτρέποντάς τους να αναλύσουν το εξελικτικό «οικογενειακό δέντρο» των ζώων.

Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι οι ουρακοτάγκοι βορείως της λίμνης Toba, «διαχωρίστηκαν» πριν από περίπου 3,4 εκατομμύρια χρόνια, από τον πιο νοτιότερο πληθυσμό, προγονικών ουρακοτάγκων που έφτασαν για πρώτη φορά από την ηπειρωτική Ασία, προκαλώντας την ανάπτυξη των ειδών της Σουμάτρας. Μια περαιτέρω διάσπαση από τον πληθυσμό, νότια της λίμνης Toba, σημειώθηκε πριν από 674.000 χρόνια, οδηγώντας την στην εξέλιξη τους ουρακοτάγκους της Βόρνεο, καθώς και το προσφάτως ανακαλυφθέν είδος που, όπως και οι πρόγονοί του, ζει νότια της λίμνης Toba.