Μετά από τρία διαδοχικά σοκ, η παγκόσμια οικονομία ανακάμπτει, ωστόσο οι επιπτώσεις των αναταράξεων παραμένουν εμφανείς. Η απώλεια εμπιστοσύνης στις ελίτ, η άνοδος των δημαγωγών και ο φόβος της παγκόσμιας σύρραξης.

Αισιοδοξία που μετριάζεται από τον φόβο. Αυτό είναι το κλίμα στις ετήσιες συνόδους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον. Η πρωτεύουσα των ΗΠΑ υπήρξε επίσης η καρδιά του φιλελεύθερου διεθνούς οικονομικού συστήματος για περισσότερα από 70 χρόνια. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί αυτή τη μεγάλη επιτυχία ως μια συνωμοσία κατά της Αμερικής. Τα πολιτικά σύννεφα ρίχνουν τώρα βαριές σκιές πάνω από μια βελτιούμενη οικονομία.

Την τελευταία δεκαετία, τρία διαδοχικά σοκ έπληξαν την παγκόσμια οικονομία: η οικονομική κρίση του 2007-2009, η κρίση της ευρωζώνης το 2010-2013 και η κατάρρευση των τιμών των εμπορευμάτων το 2014-2015. Όλα όμως τώρα είναι ήρεμα. Το World Economic Outlook του ΔΝΤ προβλέπει πως μόνο έξι από τις 192 οικονομίες που καλύπτει δεν θα καταφέρουν να αναπτυχθούν το 2018. Η παγκόσμια ανάπτυξη αναμένεται τώρα να αγγίξει το 3,6% (σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης) φέτος και το 3,7% το 2018, αρκετά πάνω από το μίζερο 3,2% του 2016.

Μεταξύ των σημαντικών οικονομιών υψηλού εισοδήματος, η προοπτική είναι καλύτερη τώρα απ’ ό,τι τον Απρίλιο για όλες εκτός των ΗΠΑ και της Βρετανίας, που έχει πληγεί από το Brexit. Η οικονομία της ευρωζώνης προβλέπεται να αναπτυχθεί κατά 2,1% φέτος και κατά 1,9% το 2018, κοντά στο 2,2% και 2,3% οι ΗΠΑ, αν και η βρετανική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί με ρυθμό μόλις 1,7% το 2017 και στη συνέχεια με 1,5% το 2018.

Πράγματι, εξακολουθούν να υπάρχουν λόγοι ανησυχίας. Αυτό ίσως είναι και κάτι καλό: η ευφορία συχνά αποδείχθηκε προάγγελος κρίσεων. Τα χρηματοοικονομικά ρίσκα είναι εμφανή σε πολλές χώρες υψηλού εισοδήματος, όπως και στην Κίνα. Τα επίπεδα χρέους είναι γενικά υψηλά με τα ιστορικά δεδομένα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυξανόμενα. Τα assets επίσης είναι γενναιόδωρα αποτιμημένα, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία: η αποτίμηση των αμερικανικών μετοχών δεν απέχει πολύ από τα ιστορικά υψηλά που είχαν αγγίξει το 1929 και το 2000.

Εξίσου σημαντικό, οικονομικά και πολιτικά, είναι το γεγονός πως η ανάπτυξη σε χώρες υψηλού εισοδήματος παραμένει δομικά αδύναμη: η ανάπτυξη της παραγωγικότητας κουτσαίνει και οι αγορές εργασίας παράγουν εκπληκτικά βραδύ ρυθμό ανάπτυξης των μισθών και των διαθέσιμων εισοδημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στις ΗΠΑ, τα ποσοστά απασχόλησης είναι επίσης χαμηλά, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία.

Επιπλέον, ενώ οι οικονομίες υψηλού εισοδήματος αναρρώνουν από τη Μεγάλη Ύφεση, οι επιπτώσεις της παραμένουν. Το συνολικό πραγματικό ΑΕΠ για τις χώρες υψηλού εισοδήματος είναι περίπου ένα έκτο μικρότερο από αυτό που θα ήταν αν συνεχίζονταν οι προ κρίσης ρυθμοί ανάπτυξης.

Ωστόσο, οι πολιτικές επιπτώσεις ίσως είναι πολύ πιο σημαντικές. Η κρίση και ο απόηχός της έχουν βλάψει την εμπιστοσύνη στις ελίτ. Αυτό το σοκ ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά άβολων κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών.

Μαζί, οι αναταράξεις αυτές, όπως τόσο συχνά συνέβη στο παρελθόν, έχουν ανοίξει τον δρόμο στους δημαγωγούς που υπόσχονται απλές λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα. Αυτό συνέβη με την εκστρατεία του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου μια μικρή πλειονότητα παρακινήθηκε να επιλέξει ένα ταξίδι σε άγνωστο προορισμό. Αυτό συνέβη στην Καταλονία, που ξεκίνησε ένα δυνητικά καταστροφικό ταξίδι προς την ανεξαρτησία. Αυτό συνέβη, πάνω απ’ όλα, στις ΗΠΑ, όπου οι επιπτώσεις της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ παραμένουν σχεδόν όσο θολές ήταν την ημέρα της ορκωμοσίας του.

Αναπόφευκτα, ο μετασχηματισμός της αμερικανικής πολιτικής αποτελεί μακράν τη βαθύτερη ανησυχία. Αυτό μπορεί να μη σημαίνει τίποτα περισσότερο από θόρυβο άνευ ουσίας. Όμως είναι επίσης πολύ νωρίς για να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Η κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη για ευρείες περικοπές φόρων, σε μια περίοδο σχεδόν πλήρους απασχόλησης. Υποδηλώνει πως αυτό με κάποιον τρόπο θα δημιουργήσει μια τεράστια εκτίναξη της ανάπτυξης. Αυτό δεν είναι αδιανόητο, όμως είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο. Πιο πιθανά είναι μια άνοδος του πληθωρισμού, μια απότομη άνοδος των επιτοκίων, ένα ενισχυμένο δολάριο και μια τεράστια αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη επίσης για τον αντίθετο στόχο της μείωσης του εξωτερικού ελλείμματος μέσω μιας σειράς διαπραγματεύσεων, ξεκινώντας από τη Nafta. Ο στόχος της διόρθωσης του συνολικού ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μέσω διμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων δεν είναι μόνο διανοητικά ασυνάρτητο, αλλά έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τις δημοσιονομικές πολιτικές. Μπορεί να είναι ανοησίες, όμως θα μπορούσε να οδηγήσει στην αθροιστική διάλυση του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος.

Εξίσου σημαντική μπορεί να είναι η επιλογή του επόμενου προέδρου της Federal Reserve. Έχουμε μάθει πολλές φορές την τεράστια επίπτωση αυτής της επιλογής στη διαμόρφωση όχι μόνο της Αμερικανικής, αλλά και των παγκόσμιων οικονομιών. Είναι μια δουλειά στην οποία ο λάθος άνθρωπος μπορεί να κάνει τεράστια ζημιά.

Πέραν τούτου, υπάρχει ο φόβος της παγκόσμιας σύρραξης. Μεγάλης μακροπρόθεσμα σημασίας μπορεί να είναι η αποφασιστικότητα του προέδρου να διαψεύσει την συμμόρφωση του Ιράν στη συμφωνία για τα πυρηνικά όπλα, χωρίς να παράσχει αποδείξεις. Αυτό θα έδειχνε πως μια συμφωνία με τις ΗΠΑ δεν σημαίνει τίποτα.

Εξίσου επικίνδυνη θα ήταν μια επίθεση στη Βόρεια Κορέα, που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κατέστρεφε έναν σημαντικό Αμερικανό σύμμαχο, τη Νότια Κορέα. Αυτό θα έδειχνε στους άλλους συμμάχους της Αμερικής πως και αυτοί είναι αναλώσιμοι.

Ίσως, καθώς θα βελτιώνονται οι οικονομίες, ο θυμός που οδήγησε στην άνοδο των λαϊκιστών μπορεί να περάσει. Το ερώτημα είναι αν μια τέτοια πολιτική ανάκαμψη ίσως αποδειχθεί πως ήρθε πολύ αργά.

Αυτή είναι μια περίοδος μεγάλης αβεβαιότητας. Η δημαγωγική παλίρροια ίσως να μη σημαίνει και πολλά στο τέλος. Όμως αναπόφευκτα αυτά τα ρίσκα επισκιάζουν τις συζητήσεις στην Ουάσινγκτον. Οι αγορές το αγνοούν ευχαρίστως. Οι αγορές όμως ίσως κάνουν λάθος.

Πηγή: FT