Ο Τσαντρασεκάρ, που γεννήθηκε σαν σήμερα (19 Οκτωβρίου) το 1910 και πέθανε στις 21 Αυγούστου του 1995 είναι γνωστός για τις εργασίες του πάνω στη θεωρητική αστρονομία (κοσμογονία) και ιδιαίτερα στη θεωρία του για το «θάνατο των άστρων» με το όριο Τσαντρασεκάρ, εξαιτίας του οποίου έλαβε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής, το 1983, μαζί με τον Φάουλερ (William Fowler). Ήταν ανιψιός του διάσημου φυσικού Ράμαν (Chandrasekhara Raman), ο οποίος επίσης είχε τιμηθεί (1930) με το βραβείο Νόμπελ της φυσικής.

Σπούδασε στο Προεδρικό Κολέγιο του Πανεπιστημίου του Μαντράς και στο Κολέγιο Τρίνιτυ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, στο οποίο μάλιστα εργάστηκε μεταξύ των ετών 1933 και 1937. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Subrahmanyan Chandrasekhar οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι αστέρες, όταν μετατρέψουν όλα τα αποθέματά υδρογόνου τους σε ήλιο, αρχίζουν να συρρικνώνονται υπό την επίδραση της ίδιας τους της βαρύτητας. Στη φάση αυτή της εξέλιξής τους οι αστέρες, γνωστοί ως λευκοί νάνοι έχουν σμικρυνθεί τόσο πολύ, ώστε το μέγεθός τους να γίνει περίπου ίσο με το μέγεθος της Γης, ενώ η ύλη τους έχει συμπιεσθεί σε μεγάλο βαθμό αποκτώντας ιδιαίτερα υψηλή πυκνότητα (εκφυλισμένη ύλη).

Ο Τσαντρασεκάρ παρουσίασε τα αποτελέσματα των ερευνών του, το 1935, υποστηρίζοντας ότι η μάζα του άστρου παίζει τον αποφασιστικό ρόλο, γιατί αν είναι μεγαλύτερη από την κρίσιμη τιμή των 1,4 ΜΘ, τότε το εκφυλισμένο αέριο των ηλεκτρονίων συμπεριφέρεται σχετικιστικά και έτσι η επικρατούσα θεωρία των λευκών νάνων ήθελε γενίκευση. Η μάζα του αστέρα εξακολουθεί να καταρρέει, αποβάλλοντας το αέριο περίβλημά του, στα πλαίσια μια έκρηξης υπερκαινοφανούς αστέρα, και μετατρέπεται τελικά σε αστέρα νετρονίων. Οι αστέρες ακόμη μεγαλύτερης μάζας συνεχίζουν τη συρρίκνωσή τους μετατρεπόμενοι, τελικά, σε μαύρες τρύπες.