Το μικρό και απομονωμένο νησί της Θηρασίας έρχεται να αποκαλύψει τη διαχρονική ταυτότητα που ενέχει μέσα στον χρόνο, με νέα επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα να «σφραγίζουν» την παρουσία της ανθρώπινης ζωής από τους προϊστορικούς χρόνους έως και την νεότερη εποχή στο Αιγαιακό αυτό νησί.

Με πυρετώδεις ρυθμούς συνεχίστηκαν οι ανασκαφές στη θέση Κοίμηση του νοτιοανατολικού άκρου της νήσου Θηρασίας, στον λόφο όπου δεσπόζει το νεότερο μοναστήρι της Κοίμησης. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως έναν εξέχοντα πρωτοκυκλαδικό και μεσοκυκλαδικό οικισμό με την χρονολόγησή του να τοποθετείται πίσω στην 3η και στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ..

Με μέτωπο προς την καλντέρα στα ανατολικά και το Ασπρονήσι στα νότια, η συγκεκριμένη αρχαιολογική θέση όχι μόνο έρχεται να εμπλουτίσει τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους οι επιστήμονες σχετικά με το σύμπλεγμα Θήρας-Θηρασίας κατά τις πρώιμες φάσεις της Εποχής του Χαλκού, αλλά γρήγορα αποδείχθηκε και πολύτιμη για τα νέα στοιχεία που προσέφερε για τη μορφή του ΝΑ ορίου της προ-εκρηξιακής καλδέρας, στα βαθμηδωτά άνδηρα της οποίας απλώνονταν ο προϊστορικός οικισμός.

Η μεγάλη μινωική ηφαιστειακή έκρηξη, αναμφισβήτητα, υπήρξε αιτία διάβρωσης ενός σημαντικού τμήματος του οικισμού , με αποτέλεσμα να παρασυρθεί στις κρημνώδεις πλαγιές της καλντέρας και να αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι του γκρεμού κατά τη διάρκεια της γεωλογικής απόσπασης της νήσου Θηρασίας από το Ασπρονήσι.

Φορείς της έρευνας είναι το Ιόνιο Πανεπιστήμιο (Κώστας Σμπόνιας), το Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ίρις Τζαχίλη) και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων (Μάγια Ευσταθίου), με τη συνεργασία της ομ. Καθ. του Α.Π.Θ. Κλαίρης Παλυβού και διεπιστημονικής ομάδας αρχαιολόγων και άλλων ερευνητών. Ωστόσο, καθοριστική για την πραγματοποίηση της έρευνας υπήρξε η υποστηρικτική στάση τόσο του Δήμου Θήρας όσο και του Ινστιτούτου Αιγαιακής Προϊστορίας (INSTAP).

Οι εργασίες αποκάλυψαν στα άνδηρα της πλαγιάς μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανθρωπογενή κατάληψη του χώρου με σειρά κτισμάτων ποικίλων σχεδίων, των οποίων κοινό στοιχείο είναι η αξιοποίηση των βράχων και του φυσικού χώρου ως πλαισίου και συστατικού στοιχείου των θεμελίων και του σκελετού των οικοδομημάτων.

Μεγάλοι ηφαιστειακοί βράχοι αναδύονται σε όλη τη επιφάνεια του αναγλύφου και, ορίζοντας τα άνδηρα της πλαγιάς, διαμορφώνουν τις διαθέσιμες για δόμηση επιφάνειες και ενσωματώνονται στις κατασκευές.
Η δόμηση πυκνή με τα κτίσματα, αγκιστρωμένα το ένα πάνω στο άλλο, να «σκαρφαλώνουν» πάνω στους ιλιγγιώδεις βράχους. Χαρακτηριστικές οι λίθινες εξέδρες που απλώνονται μεταξύ τους, διαμορφώνοντας την ομορφιά που απορρέει από τα κλιμακωτά άνδηρα της πλαγιάς. Ηφαιστειακά υλικά χρησιμοποιήθηκαν επίσης στην δόμηση, ως υπόστρωμα των δαπέδων. Πλάκες από τα κατώτερα και παλαιότερα γεωλογικά στρώματα της Θηρασίας, τα οποία θα πρέπει να ήταν ορατά στο ήδη τότε διαμορφωμένο καλντερικό βύθισμα, χρησιμοποιήθηκαν ως πλάκες οροφής.