Απαιτείται μια δημόσια συζήτηση σε επίπεδο ΕΕ με το βλέμμα στο μέλλον και με τη συμμετοχή των πολιτών, «για να ξορκίσουμε τους δαίμονες της διάσπασης και του λαϊκισμού», υπογραμμίζουν στο άρθρο τους στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ann Mettler και ο Paweł Świeboda, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πολιτικής Στρατηγικής, του επίσημου think tank της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αναφερόμενοι στη «Λευκή Βίβλο», την οποία παρουσίασε ο πρόεδρος Ζ.Κ. Γιούνκερ λίγες μέρες πριν η Μ. Βρετανία ενεργοποιήσει το άρθρο 50 για την έξοδό της από την ΕΕ, τονίζουν ότι έστρεψε το ενδιαφέρον των υπολοίπων μελών στο κοινό μέλλον, γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως το «πιστοποιητικό γέννησης» των “27”.
Τώρα, η συσπείρωση των “27”, σε συνδυασμό με την οικονομική ανάκαμψη και την τιθάσευση των δυνάμεων του λαϊκισμού, δημιουργούν ένα «ελπιδοφόρο κλίμα», το οποίο η Ευρώπη πρέπει «να αξιοποιήσει στο έπακρο» και «να ανανεώσει τη νομιμοποίηση του εγχειρήματός της».
Η Επιτροπή, υπογραμμίζουν οι συγγραφείς, δεν πήρε θέση έναντι των πέντε σεναρίων για το μέλλον της ΕΕ, γιατί «δεν διεκδικεί την αυθεντία», αλλά σύντομα θα γίνει λεπτομερέστερη παρουσίαση των εκδοχών των σεναρίων και των επιπτώσεών τους, καθώς και των κατάλληλων πολιτικών «για την πρόληψη των μακροπρόθεσμων προκλήσεων, αντί της εκ υστέρων αντιμετώπισης των κρίσεων».
Ακολουθεί το άρθρο των Ann Mettler και Paweł Świeboda* στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων
«Επιστροφή στο μέλλον: Οδηγώντας μιαν ήπειρο σε ένα νέο αύριο»

Η αισιοδοξία επιστρέφει στην Ευρώπη έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία πολυκρίσεων. Η πίστη των Ευρωπαίων στην αξία της συσπείρωσης απέναντι τόσο στις παγκόσμιες, όσο και στις κοινωνικές αναταραχές, έχει αποκατασταθεί. Πολλοί ισχυρίζονται ότι πρόκειται για αντίδραση στα γεγονότα που συμβαίνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην αμερικανική ήπειρο. Αυτό είναι μόνο εν μέρει αλήθεια. Είναι, πλέον, προφανές πού μπορεί να οδηγήσει η αποχώρηση από την Ευρώπη ή η αποδυνάμωση της πολυμερούς συνεργασίας.
Υπάρχουν, τουλάχιστον άλλοι δύο παράγοντες, οι οποίοι είναι σημαντικοί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Πρώτον, το θετικό θεματολόγιο της ΕΕ για αλλαγή αποφέρει καρπούς. Πρόσφατα, καταγράφηκε στη ζώνη του ευρώ, και γενικότερα στην ΕΕ, το υψηλότερο επίπεδο απασχόλησης στα χρονικά. Οι επενδύσεις αυξάνονται και η οικονομική ανάπτυξη προβλέπεται ότι θα είναι δύο φορές ταχύτερη σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεύτερον, ευτυχώς στην Ευρώπη οι πολιτικοί ηγέτες σε ορισμένες πρόσφατες εθνικές εκλογές δεν υπέκυψαν στον λαϊκισμό, αλλά υποστήριξαν σθεναρά τη δημοκρατία, τις μεταρρυθμίσεις και κυρίως την Ευρώπη. Τους πολιτικούς αυτούς στήριξαν προοδευτικά κινήματα πολιτών, όπως το κίνημα Pulse of Europe, τα οποία τάχθηκαν υπέρ της Ευρώπης σε ολόκληρη την ήπειρο.
Ας γυρίσουμε στον Σεπτέμβριο του 2016, όταν ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ ανακοίνωσε, στην ετήσια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης, την επικείμενη δημοσίευση μιας Λευκής Βίβλου για το μέλλον της Ευρώπης. Μόλις, τρεις μήνες ύστερα από την καθοριστική ψηφοφορία του Ηνωμένου Βασιλείου υπέρ της αποχώρησής του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε τολμηρή και πολλοί πίστεψαν ότι ήταν καταδικασμένη να αποτύχει διότι η ήπειρος φαινόταν να ακολουθεί καθοδική πορεία. Όταν η Λευκή Βίβλος δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2017, λίγες ημέρες μόνο προτού το Ηνωμένο Βασίλειο ενεργοποιήσει το άρθρο 50 και ανοίξει με τον τρόπο αυτό τον δρόμο για την έξοδό του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ενδιαφέρον στράφηκε στη διαμόρφωση ενός κοινού μέλλοντος για τα υπόλοιπα μέλη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Λευκή Βίβλος χαρακτηρίζεται συχνά ως το «πιστοποιητικό γέννησης» της ΕΕ των 27.
Σήμερα, καθώς η ανάκαμψη ενισχύεται και ο λαϊκισμός φαίνεται προς το παρόν να βρίσκεται υπό έλεγχο, η συζήτηση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης πρέπει να αξιοποιήσει στο έπακρο το εκ νέου ελπιδοφόρο κλίμα της τρέχουσας περιόδου. Η πείρα μας διδάσκει ότι, όταν αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη, το χειρότερο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να χρονοτριβεί και να μην αλλάζει τίποτα. Υπάρχει πλέον ένα ισχυρό αίσθημα ότι οι Ευρωπαίοι, αφού πήραν μια ιδέα της εναλλακτικής έκβασης, είναι έτοιμοι να επενδύσουν στο κοινό μας εγχείρημα. Πολλά κράτη μέλη αλλά και άλλοι φορείς συνειδητοποιούν ότι η διάσπαση, η ανελεύθερη δημοκρατία και ο λαϊκισμός όχι μόνο στερούνται ουσίας, αλλά θέτουν επίσης σε μεγάλο κίνδυνο τις δημοκρατικές παραδόσεις, την ελευθερία και την ανοχή, οι οποίες εδραιώθηκαν με κόπο τις τελευταίες δεκαετίες και θεωρούνται δεδομένες από τους περισσότερους.
Τούτο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αλλάξει. Οι περιπτώσεις του Brexit ή του προέδρου Τραμπ μπορεί να μας δημιουργούν προς το παρόν μιαν ανανεωμένη αίσθηση του ανήκειν. Μακροπρόθεσμα όμως, η Ευρώπη μπορεί να ευημερήσει μόνο ανανεώνοντας τον δυναμισμό της και τη νομιμοποίηση του εγχειρήματός της.
Η Λευκή Βίβλος αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία είναι εξίσου σημαντικά. Το ένα καλύπτει τις μακροπρόθεσμες τάσεις που θα διαμορφώσουν το μέλλον της Ευρώπης, από την τεχνολογική αλλαγή έως την εποχή της κινητικότητας και την ανάγκη για ασφάλεια στο πλαίσιο των νέων απειλών. Το άλλο παρουσιάζει πέντε ενδεχόμενα σενάρια για την Ευρώπη του 2025. Αυτή τη φορά η Επιτροπή δεν πρότεινε ένα και μοναδικό προτιμούμενο στρατηγικό σχέδιο πολιτικής, όπως έχει συμβεί συχνά στο παρελθόν. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη χρονική στιγμή της δημοσίευσης της Λευκής Βίβλου, η οποία συνέπεσε με την κορύφωση της εκλογικής περιόδου σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Οφείλεται επίσης στην αδιάσειστη πεποίθησή μας ότι η Ευρώπη βρίσκεται ενώπιον ορισμένων θεμελιωδών πολιτικών επιλογών όσον αφορά την κατεύθυνση της διαδρομής προς τη μελλοντική ενοποίηση, οι οποίες δεν πρέπει να αποφεύγονται ή να λαμβάνονται κεκλεισμένων των θυρών. Επίσης, η Επιτροπή δεν πρέπει να διεκδικεί την αυθεντία σχετικά με το ποια είναι η πιο πολλά υποσχόμενη προοπτική. Απαιτείται μια συζήτηση με νέους τρόπους σε επίπεδο ΕΕ με τη συμμετοχή των πολιτών και με τη διασφάλιση ότι η φωνή τους μετράει.
Η Λευκή Βίβλος, για να συμβάλει στην εν λόγω διαδικασία, συμπληρώνεται από ορισμένα έγγραφα προβληματισμού σχετικά με θέματα τα οποία είναι καθοριστικά για το μέλλον της Ευρώπης. Είναι σαφές ότι οι επιλογές για την Ευρώπη του 2025 είναι πολλαπλές σε μια σειρά θεμάτων: κοινωνική διάσταση, παγκοσμιοποίηση, άμυνα, το μέλλον της ΟΝΕ και των οικονομικών της ΕΕ. Και είναι σημαντικό να συζητηθούν ευρύτερα και να κατανοηθούν καλύτερα οι επιλογές που προσφέρονται, καθώς και οι εγγενείς συμβιβασμοί. Έχοντας ως βάση τα σενάρια καταφέραμε να αποφύγουμε τις συχνά απλοϊκές συζητήσεις του παρελθόντος που έπαιρναν τη μορφή διλήμματος: «υπέρ ή κατά της Ευρώπης» και «περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη». Χάρη στο νέο αυτό πλουσιότερο λεξιλόγιο που επιτρέπουν τα διαφορετικά σενάρια, έχουν ήδη βελτιωθεί οι πολιτικές συζητήσεις και έχουν καταστεί πιο εποικοδομητικές και προσανατολισμένες προς το μέλλον όσον αφορά το τι θέλουν να επιτύχουν από κοινού —ή ξεχωριστά— τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ τα προσεχή έτη.
Βεβαίως, ο προβληματισμός αξίζει μόνον αν τελικώς μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Η στιγμή αυτή πλησιάζει. Δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να προδικάσει τη φύση των πολιτικών επιλογών των ηγετών της ΕΕ τις οποίες θα ευνοήσει η κοινή γνώμη. Ο στόχος μας για τους επόμενους μήνες είναι διττός. Θα παρουσιάσουμε λεπτομερέστερες εκδοχές των πέντε σεναρίων για το μέλλον της Ευρώπης με συγκεκριμένες οδηγίες για το τι συνεπάγεται το καθένα και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να επιτευχθεί. Και θα το πράξουμε τηρώντας ουδέτερη στάση, ούτως ώστε να μην επηρεάσουμε ούτε θετικά ούτε αρνητικά τα αποτελέσματα. Δεύτερον, θα παρουσιάσουμε ένα θεματολόγιο σχετικά με το πώς θα αξιοποιήσουμε την ανανεωμένη εμπιστοσύνη στην Ευρώπη, ώστε να προλαμβάνουμε αποτελεσματικότερα τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις με τις κατάλληλες πολιτικές, αντί να αντιμετωπίζουμε εκ των υστέρων κρίσεις που θα μπορούσαν —και θα έπρεπε— να είχαν προβλεφθεί.
Ο πρόεδρος Γιούνκερ, με την ευκαιρία της επόμενης ομιλίας του για την κατάσταση της Ένωσης τον Σεπτέμβριο, θα παρουσιάσει πρόσθετες πρωτοβουλίες σχετικά με τη διαδικασία της Λευκής Βίβλου. Και η Επιτροπή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στο έπακρο το δικαίωμα πρωτοβουλίας που διαθέτει, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο πειρασμός αυτήν τη στιγμή είναι να συνεχίσουμε κατά τη συνήθη πρακτική. Ωστόσο, η κίνηση αυτή θα αποτελούσε απολύτως εσφαλμένη ερμηνεία της κοινής γνώμης και θα απέβαινε εις βάρος της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια τεκμηριωμένη, προσανατολισμένη προς το μέλλον δημόσια συζήτηση, σε επίπεδο ΕΕ, δεν αποτελεί μόνον υγιή έκφανση της δημοκρατίας, αλλά και έναν τρόπο για να ξορκίσουμε τους δαίμονες της διάσπασης και του λαϊκισμού.

[1] Η Ann Mettler είναι η διευθύντρια και ο Paweł Świeboda αναπληρωτής διευθυντής, του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πολιτικής Στρατηγικής. Το άρθρο εκφράζει τις απόψεις των συντακτών, οι οποίες δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής Στρατηγικής (EPSC) είναι το think tank της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 2014 από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και λειτουργεί υπό την δικαιοδοσία του.
Το EPSC παρέχει στον Πρόεδρο και στο Κολέγιο των Επιτρόπων στρατηγική ανάλυση και συμβουλές για μελλοντικές πολιτικές. Διεξάγει έρευνες, οργανώνει σεμινάρια και εκδηλώσεις.
Τον Ιανουάριο του 2017 βραβεύτηκε με τον τίτλο του «καλύτερου νέου think tank από το έγκυρο Think Tanks & Civil Societies Programme (TTCSP) του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, το οποίο περιλαμβάνει στον κατάλογό του 6.800 think tanks.